Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2011

Χασκόκακτος

Μέρισμα τόπου γράφω
μεταλλικό χέρι
π' αστράφτει βροχή

όχι μα όχι
χι και ω και μα

κουρτίνα στραφτάλισμα
συρμάτινη σπονδή
στον άσπονδο δοθιήνα

κασσίτερος

μάτια χείλη μες στην αυλαία
πυρώμενη χλεύη γιατί

μετανιώνω αν αγαπω
δίχως τόνο
και σφουγγίζω με κεντρί
την φλέβα

ανυπολογισμός τάξης ανανδρεία
μες σε ζωμό από ενέργεια ζω

κι άλλος ζει σε δαχτυλήθρα
με μέλι και κερί απύθμενος

αρύω φιλί αμύθητο
πλατάγισμα καθώς σε μιαν κεραία
μεγάλος και μικρός
εσύ

μελανή μαινάδα στριφογυριστή
σαν όμιλος κυκλώνων

ο εισέτι οφθαλμός
για το οράν φάος ηελίοιο
σε μπαρ υπέρυθρα

ποθώ

κι αν έστω ψαχούλεψα
μες στης μονάς το εν
πίσω απ' τον ποδόγυρό σου
τρέχω
γυνή δρομάς

για έναν γαλακτούχο
μεροβίγγειο
έρωτα

ψέμμα χωρίς
ελπίδα χωρίς
μα πάνω απ' όλα
δίχως

δεσμά δάκρυα δεμένα
τ' αμνημόσυνα θλίμματα

Επί.στημονικόs_κατά.πέλτηs_

Και λέει σπάσαν το φράγμα του φωτός
σιγά τ' αυγά - τους πήρε και 57 χρόνια -
εκείνος δε ο Μέγας Πελταστής Ανδρονίων

αναρωτιέμαι: γιατί δεν βρήκε ταίρι
μ' έναν ανάλογο Γυναικονίων
κι εκείνα τα περίφημα γλουόνια
για δεν τα κάναν γλουτόνια
να έχει ένα άλλο σασπένς;

μα καλά εδώ τριγύρω πέσαν βόμβες
η ώρα τρέχει πιο γρήγορα
οι μαύρες κελεμπίες με τα αυτόματα
κι οι γραβατωμένες φίδες σφίγγουν
τα λαιμάρια των κατατρυχομένων

σκάφανδρα με καρφιά εφαρμόζουν
στα πυρηνικά εργοστάσια
και γιορτάζουμε τα ραδιενεργά φώτα

μια τρέλλα σάς λέω μια κουφαμάρα

γρανάζια και γρανάζια γυρνούν
να γεφυρώσουνε το χάος/ ο ήλιος ζεματάει/ εγώ
δεν αναγνωρίζω τον εαυτό μου στον καθρέφτη
τα ζώα είναι βαμμένα άλλο χρώμα
και παντού γύρω αρώματα συνθετικά
εκείνος ο αστρολάβος των Αντικυθήρων
έχει χαθεί μέσα στην μαύρη τρύπα
που ξεβρασε το σύμπαν κάπου
στον εξηκοστό έκτο παράλληλο

κούφια η ώρα

μα μην χολοσκάτε: κάποιος θα βρεθεί να μας σώσει
από τον βέβαιο καταμερισμό των αχθών
ίσως ο από μηχανής των αρχαίων
[κι αυτός ο Πελταστής όλο να ξεπετάει Ανδρόνια]

τα γυαλιά μου τα φοράω πια μόνο στον ύπνο
να βλέπω τι γίνεται στα όνειρά μου
μόνον τούτο με νοιάζει πια
- όταν είμαι ξύπνιος όλα γύρω είναι σαν ύπνος -
και η νωθρότητα με κατηγορεί για νωθρότητα
ας είναι και τα χαπάκια του γιατρού τα έχω

πάντα εν τσέπη

λαχταρώ να ανακαλύψω το κυκλόνιο
[μα τι λέω; η φύση ήδη τόχει ανακαλύψει
κι είναι μύκητας που μασουλάει τα δέντρα]
ένα άλλο κυκλόνιο θα βρω εγώ
το σωματίδιο εγκλωβισμού της ανθρώπινης ύπαρξης
κι ας με εγκαλέσουν πως είμαι τάχα
ενας ακόμα τρελλός επιστήμων
λες και δεν μ' έχουν κατηγορήσει ξανά για παράφρονα
μεγαλοιδεατισμό: μα τι ξέρουν οι αχρείοι;

θα τρομοκρατήσω τα ποίμνια λέγοντας
πως εγώ στον ανθρώπινο πόνο περίκειμαι
κι ας αντιλογίσουν

κι εσείς περισπούδαστοι και φαφλατάδες
ρωτήστε τα υπογάστρια και τους κόκκυγές σας
καθώς θα γλείφετε το μαλλί και την εγωπάθειά σας
στους καθρέφτες περιωνύμων εργαστηρίων

αλήθεια; το φως πίσω από το φράγμα
θα τ' αντικρύσουμε ποτέ;

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2011

Φωτο.γραφία

Καλτ

καταστροφή

πυροτεχνουργήματα

κορώνεται η πόλη
σ' έναν χορό από φλόγα

σταχτοκάρβουνο
τα πατημένα βλέμματα
στα οδοστρώματα

οι τσιμεντόπλακες
χαραγμένα ποιήματα
και θούριοι θριαμβικοί

ιππείς σε ηχοκάνονα
ψαλμωδιές και κρότοι
από βόμβες πανικού
μιας κοινωνίας
ακοινώνητης

συγγνώμη μάνα και πατέρα

που πεθάνατε
πριν 100.000 χρόνια

οι καρδιές πια
φοράνε σωληνάκια
και επίχρυσα μικροτσίπ
είναι στη μόδα

τα κρόταλα
ρυθμοδοτούν τον ένθανο
δρόμο

σαν νερά στεγνώνουν
οι έρωτες από τα χείλη

φωτιά
καρδιά
χυμοί από μίσχους
προδοτών

αργεί εκείνη η νύχτα
αργεί εκείνη η μέρα

κι ένας παππούς
πούχε φανεί κάποτε
σε μια γωνιά του δρόμου
ενώ σημαίες καπνούς
ξεπνοούσαν
και χέρια εξοστράκιζαν
αντίπαλα μάτια

ψιθύρισε
μ' αργή βαρειά φωνή

τούτος ο κύκλος είναι
κι αυτή η επιταγή του Κόσμου

οι επαναστάσεις νεαρές
να πεθαίνουνε

Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2011

Αναμνήσεις της Τροίας

Τον γεννήθηκα τον έμπιστο θρίαμβο
τον Πρίαμο της Τροίας
που μαζί με τους στρατιώτες του
τραγουδούσαν ιάμβους
και σκαλίζαν επιγράμματα
από χαμένους νεκρούς
στ' αποκαΐδια της τερατωμένης τους πόλης
κι αν καθάρια ξεχώρισα τους κινδύνους
και ξέπλυνα στο αίμα την τιμή μου
αναλογίστηκα το τίμημα
του να πλαγιάσω μαζί σου σε μια κλίνη
και να σε ξεπατώσω στην ηδονή
ή μήπως να πάω να πλυθώ κι ίσως
πνιγώ εκουσίως στα νερά του Σκάμανδρου
άκρη δεν έβγαλα
πετάγονταν όπλα φωτιές - που οι μετέπειτα
ονοματίσαν λέηζερ - και διέκρινα
στις παρόδους μεταλλικά αγάλματα
ξακουστά φονικά εργαλεία των Τρώων
να χάσκουν περιμένοντας
το τσαλαβούτημα στον θάνατο
πολεμοχαρή όντα κατ' εικόνα και
καθ' ομοίωσιν
τι τα θες; ανέβηκα σε ένα από τα πλοία
που πετούσαν
- ελάχιστα είχαν μείνει αχάλαστα -
και βάλθηκα να κολυμπήσω
μακριά στους ουρανούς
ούτε με σένα ήθελα να πάω
ούτε να χωθώ πίοτερο μέσα σε ξένον πόλεμο
και να με κλαίνε μετά
με δάκρυα μαύρα και να καίνε
μυρωδικά και φύλλα για να
γαληνέψει η ψυχή μου
ίσως μονάχα να 'πρεπε
να βρέξω το κορμί μου στα ποταμίσια τα νερά
της πόλης παραπλεύρως
- που όπως λέγανε διέρρεαν
θαυματουργά και φρέσκα -
κι αποκάθαρος και αγνός
να ψάξω έπειτα σ' άλλες χώρες
την τέχνη μου να βρω
την ομορφιά κι άλλες γυναίκες
που ίσως νάχουν μπέσα
τον γεννήθηκα τον άσπιλο θρίαμβο
και συγχώρα με καλή μου
μα λέξη απ' όσα είχες είπες
ποτέ μου δεν πίστεψα

Γνώριμη αφή

Το τέλος είναι μια έκλυση της στιγμής
καθώς το σ’ άγγιζα τα χέρια
τεντώνεται στην άκρη της καύτρας
το έρρωσο έμοιαζε με απαγχονισμένη πεταλούδα
στην σμίλη του ιστού μιας αράχνης
κι απ’ την στιγμή που έλεγες
ξένες λέξεις και δεν τα καταλάβαινα όλα
έμεινα να κοιτάζω βαθειά
μες στον πυρήνα της φωτιάς – προτού
να γίνει στάχτη
το τέλος είναι σαν προπατορικό αμάρτημα
μιας θρησκείας που δεν πιστεύω
γιατί απλά με κάρφωσες στην άκρη
ενός πίνακα με ζωγραφισμένα παιδικά χαμόγελα
κι απέμεινα πέτρα από το δέος
η καύτρα ανασταίνεται μέσα μου
κάθε που νυχτώνει και πεθαίνει ξανά
μόλις ανοίγω τα μάτια μέρα μεσημέρι
καταθέτω τα εναγίσματά μου
για στάχτη μόνο με υγρασία απ' τις ρίζες
των ματιών – αφού μόνον ετούτα με νοιώθουν
κι αφήνω με τον καιρό να φυτρώσουν
στα χέρια μου οι εικόνες σου σαν λειχήνες
ο υπολογιστής καίει σαν τσιγάρο
μέσα έξω τα μικρά τυμπανισμένα μου κύτταρα
κι αφού ο δρόμος έξω σαν φλέβα με αίμα
πονοκέφαλο μου φέρνει
λέω ν’ αποτραβιέμαι απ' την οθόνη
όποτε βρέχει
έτσι σαν μια μικρή ηδονή καταθλιβής
το τέλος είναι σαν μια μπανιέρα με έκσταση
γεμάτη γεμάτη και γεμάτη που όσο
σταματά να στάζει η βρύση
τόσο πιο επίμονα γεμίζει
ώσπου ξεψυχισμένη να ξεχειλίσει και να χυθεί
στα γύρω τετριμμένα πλακάκια
τα δάκρυα ναι είναι φωταύγειες υπέργηρων ανδρών
που συρίζουν ξεπαστρεμένες στα βλέμματα
καθώς κρημνίζεται το χέρι
και τα δάχτυλα όσο κρεμιούνται σαν στήθη γυναικών
που κουράστηκαν απ’ τον καιρό και καθιζάνουν
το ερωτεύομαι υπάρχει στην απουσία
και πιο πολύ φουσκώνει
όσο τα μάτια σου απέχουν απ' τα δικά μου
το ερωτεύομαι κοχλάζει στον βραστήρα
κι εξατμίζεται
τρυπώνει σαν σφαίρα στο κορμί
όπως ακόμα το τέλος
έρχεται σαν ευεργέτης
να μετουσιώσει την καύτρα σ' επιχθόνια θεότητα
γήινη λασπερή λυτρωτική
το τέλος λοιπόν ο έρωτας κι εγώ
είμαστε το ίδιο πράμα