Παρασκευή, 16 Ιουνίου 2017

[Φώναξα]

Φώναξα
επεκτάθηκα μέσα στην μέρα
στην νύχτα
μετά συστολή
τα πλακάκια στο πεζοδρόμιο
μου μιλούν χωρίς λέξεις
τα κοιτάζω από ψηλά
μες στην βοή του δρόμου
συζητούν
οι υπαρξιακές τους θεωρίες
ταλαντώνονται στα τοιχώματα
του μυαλού μου
με αφήνουν άναυδο
έχουν την δική τους τοπολογία
την δική τους αποστολή
τον δικό τους τερματικό σταθμό
τα καταλαβαίνω όμως
νιώθω την αγωνία τους
τον πόνο και την απελπισία
για τον τρόπο που περνά πάνω τους
η ζωή
αλλεπάλληλες έλξεις κι απώσεις
αλλεπάλληλες οντολογίες
δάκρυ και καρδιά ανοιχτή
τα πλακάκια αρμόζουν στην δική τους τέχνη
και δεν αναρωτιούνται
για τις τέχνες των άλλων
κατά κάποιο τρόπο
ξέρω πως κι αυτά με ακούν
με βλέπουν
στην αρμονία ο καθένας
κομίζει τον δικό του ρυθμό
χιόνι και ήλιο
γέλιο και κλάμα
νίκη και ήττα
μίσος κι αγάπη
διαστολή
μετά καρφίτσωμα στον ορίζοντα
ανάσκελο βλέμμα
ανάπτυγμα
επεκτάθηκα μέσα στην νύχτα
στην μέρα
φώναξα
μα με κείνη την φωνή
που κανείς δεν ακούει
με κρατούν απ' την σπλήνα
και δεν μπορώ να γυρίσω
ακόμα κι αν θέλω
μα δεν μπορώ να είμαι σίγουρος
για τίποτα πια
η ρωγμή στον τοίχο
τα βλέφαρα
τα νύχια στην πόρτα
επέκταση
μετά συστολή
ανάπτυγμα
το σύρσιμο στον δρόμο επαρκεί
μιλώ απ' το βάθος χωρίς λέξεις
μπορεί ν΄αφουγκράζεται κάποιος
ίσως διακρίνω
να στέκεται εκείνος ψηλά
δεν τον γνωρίζω
μα κάπου τον έχω ξαναδεί
ίσως να καταλαβαίνει
ακόμα κι αν μιλάμε άλλη γλώσσα
ποτέ δεν ξέρεις