Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2008

Ηλιβασία

Γνωρίζοντας τις μαύρες ακολουθίες της έλξης
στον επιθανάτιο ελκυστή που εγκαθίδρυσε
μέσα στα πάνυγρα μάτια τη δικτατορία της θλίψης

Με μαύρη χολή για έρωτα- την επίγνωση του θανάτου
μεγαλύνοντες κονταίνουμε τον ορίζοντα
πιο κοντά στη χλεύη του μυσάγματος
Καθώς αποστερημένοι τον έρωτα σε μια γραμμή
αποσπασματικά τεθνεώτες

Ξεφτισμένα τα παλιά ολάνθιστα χαμόγελα
πιο κάτω από το θόρυβο και την υπόσχεση της πόλης
/ξέρεις πως πάντοτε μου άρεσε στην πόλη/
Δεν έχουμε άλλο νερό να βρέξει τα χείλη
εστέρεψε σαν ψυχή- απομεμακρυσμένη κάπου στο φόβο

Ήταν καταιγίδα που δεν μπορούσα να δώ
πιο πέρα από την τύφλωση
πονούσα κάθε μέρα- κάπου κι άλλοι θα πονούσαν σαν εμένα
γιατί δε μας αφήνει ποτέ Εκείνη
σε κάποιον ίσαλο γαλήνης να περιδιαβούμε

Μαύρε ελκυστή λίγη γαλήνη
Δεν απεμπλέκονται τα σπλάχνα /δε στέκονται όπως άλλοτε
τα πόδια/ Επιθανάτια χολή. ένα χαμόγελο στέρξε

Σε ποια πραγματικότητα να ιαθώ
Σε ποιον ήλιο να εξαγνιστώ
Σε ποιο κορμί βαθειά να κρυφτώ
Με ποια χέρια τις ερινύες να πνίξω

Αποτίω το μερίδιο μου μαύρε ελκυστή
στα γόνατα ψυχής ψιχία τα κόκκινα μέλη
το χαραγμένο πρόσωπο τη λήθη

/βρυχήθηκαν ξανά τα ουράνια/
τα στήθια μας ιστία απολωλότα
στης χλεύης τη νύχτα τους εφιάλτες τα μωβ φώτα

Σε ποια πραγματικότητα ν' αναστηθούμε
Σε ποιον ήλιο να στεγνώσουμε τα δάκρυα
Σε ποιο κορμί βαθειά να επιβιώσουμε
Με ποια χέρια τις ερινύες ν' απολέσουμε

Βουνά βουνά χαμόσπιτα και δέντρα κεκλιμένα
φωνές που κάπου ραγίζουν-κυνικά αποτεφρωμένες
/κάτι περιτριγυρίζει το όνειδος. ίσως ελπίδες/
όμορφες γνώριμες άσπιλες ελπίδες -και πίστη
προπάντων αυτή

Κομίζοντες γλαύκες μιας άλλης εποχής
προ πολλού ξεπεσμένης

Δεν υπάρχουν σχόλια: