Πέμπτη 7 Απριλίου 2011

Θάνατος

Στο δεξί σου μάτι αντίκρυσα την ακρογωνιαία παγοκολώνα. ο συρφετός των μικρών ζοφερών κατοικιδίων σου, με την αγέρωχη τριχωτή τους μεμβράνη να ανεβοκατεβαίνει στο πελματικό κρανίο μου, έβαλε στον νου μου ξανά εκείνες τις εικόνες από τον καιγόμενο οίκο του Ταρκόφσκι, από την κατσαρίδα του Κάφκα, που αναμόχλευε τις στιγμές της ζωής της - όσο ακόμα φορούσε παντελόνια – κραδαίνοντας τις ίνες της πείνας και λυσσώντας για λίγο ενδιαφέρον από όσα πρόσωπα αχνοθυμόταν για οικογένεια. τα πλακάκια ανέσυρα, που είχα περπατήσει στην βρώμικη πόλη, ψάχνοντας λίγο νόημα στην παλέτα του ζωγράφου και στα λόγια του κλόουν, ερχόμενος να σε βρω, κι ενώ τρυγούσαν το μυαλό μου οι νότες Σοστακόβιτς (από την Πέμπτη Συμφωνία κατά Μπερνστάιν). τίποτα˙ μονάχα τίποτα κυοφορούσαν οι ώρες: σαν επιδημία σπερματική να κρέμεται στα βλέφαρα του ναρκισσισμού της Πόλης σου. όχι, δεν κατάφερα να δω τους κρεμαστούς κήπους της Άνω Πόλης, γιατί καθώς έχασκε το βλέμμα μου απάνω στην συρμάτινη θέα, με έσπρωξαν με κλωτσιές και μπουνιές και γκρεμίστηκα από κάτι σκάλες καθώς ξημέρωνε. απελπισμένος σκάλιζα τα σκουπίδια για να βρω λέξεις και νόημα ό άντρας με τα μαύρα είχε φύγει; ο άντρας με τα μαύρα ήμουν εγώ; κι εσύ μια αθώα κούκλα που έσπερνε μολύβι και μολυσματικό ουράνιο στους ξεραμένους ουρανίσκους υποψήφιων αποχαυνωμένων εραστών. ο Μπουκόφσκι έφτυνε πουτάνες και τον άθλιο αστικό καθωσπρεπισμό [σε μια χώρα που το να πουλάς την μάνα σου είναι προτέρημα και να σκοτώνεις για χρήμα ή δόξα η αδρή επωδός της επιτυχίας. καλαίσθητα ρούχα και ακριβές μάσκες αν φοράς – η τελευταία λέξη της μόδας]. μα, ο άθλιος δεν τον πίστευα, δεν τον πίστευα… και ήμουν τοποθετημένος εκεί, στην άκρη όλων των προσώπων, να φυλάω κάποιες θερμοπύλες πούχαν νόημα. και να πονάω και να ξαγρυπνώ και να λησμονώ και να τρυπιέμαι από σπασμούς και να σιωπώ. κι όλα τα πρόσωπα να με φτύνουν˙ να με φτύνουν με σάλιο, φλέματα, αίμα, αποστροφή και ανακατωμένη περιφρόνηση. εμετικό υγρό της παραφρονούσας υπερηφάνειάς τους. ο ίλιγγος σαν ταπετσαρία στο μισογκρεμισμένο κτήριο που συνηθίζουν να ταΐζουν τους φρουρούς. μα, δίσταζα να πιστέψω, ο άθλιος δίσταζα…

τον Θάνατο τον αντίκρυσα στο αριστερό σου μάτι. λίγο παραδίπλα από κει που το μικρό παιδί έπεσε νεκρό επάνω στην φωτιά του κήρυκα. από κει που κάηκε σαν χαρτί και η διάφανη στάχτη του εκρατούσε το σχήμα του σώματός του. κι η μάνα του τον κοίταζε ψηλά και κατάνευε. φαινόταν ευχαριστημένη και αναπαυμένη. ο θάνατος - όπως κι ο ουρανός – πάντα βρίσκεται μέσα στα μάτια. στα υπόγεια γλεντάει ο σπαραγμός, τρέφεται με φως κεριών, παραπεταμένο αλκοόλ και μπόλικη ψεύτρα ποίηση. και πάντα ξέρουμε τι επακολουθεί: μετά την απογραφή γίνεται πάντα πόλεμος. πάντα! το έχουν πει άλλωστε κι οι Τζόυ Ντιβίζιον, «η αγάπη πάντα θα μας σχίζει στα δύο», σαν κεραυνός˙ σαν κεραυνός που πέφτει και θερίζει την πίστη για μιαν άλλη τροπή, ένα άλλο σχήμα, για άλλα, καινούρια θεμέλια, που θα μπορέσουν κάποτε να εμπεριστατώσουν την ύπαρξη. μιαν ύπαρξη που κοχλάζει κάτω από τα βρύα και τις λειχήνες και τα λοιμώδη νοσήματα των παγετών. αφρός/ κι αφρίζω/ και λιμάζω/ και τραντάζω/ και παραπέφτω/ και λιμνάζω στα χαλασμένα νερά της λίμνης: της λίμνης υποθήκευση. Έρημος ονομάζεται ό,τι χωρίζει αυτό που είναι άνθρωπός από αυτό που δεν είναι άνθρωπος. μα ποια γυάλινη κούκλα ή ποιο κέρινο ομοίωμα που στοιβάζεται σε μεσημεριανές εκπομπές, φυλλάδες, έντυπα γυαλιστερά και διαφημίσεις ή νυχτερινές προμενάδες με σκύλους να το συνειδητοποιήσει αυτό; η συνειδητοποίηση περνά μέσα από τον πόνο. ο πόνος αποκαλύπτει τι πραγματικά έχει αξία˙ κι εσύ μωρό μου, δεν ξέρω αν έχεις πονέσει στ’ αλήθεια. το ασανσέρ της πολυκατοικίας που μένω βρίσκεται ξανά στο ισόγειο. ίσως κανένας να μην μπήκε εκεί, από τότε που πήγα για μια βόλτα στην πόλη. γύρισα και βρήκα τις ίδιες αράχνες να περιπολούν στα τοιχώματά του, τους ίδιους ιστούς να χαϊδεύουν τα γνώριμα σημεία, τις ίδιες φράσεις γραμμένες δίπλα στα κουμπιά – δίχως σβησίματα ή νεοφερμένες προσθήκες. ίσως δεν πρέπει να μου κάνει εντύπωση: οι άνθρωποι πια δεν έχουν χρώματα κι έτσι δεν βλέπουν προς τα πού μπορούν ή δεν μπορούν να πάνε. πιάνω ξανά την συνηθισμένη μου ασχολία˙ διαβάζω ένα από τα αγαπημένα μου ποιήματα και σε εντοπίζω να κουτουλάς ζαλισμένη πέρα δώθε πέρα δώθε στο κουτάκι αυτών των στίχων: «Η γεωγραφία μ’ άρεζε κάποτε/ Όμως τώρα τόσο χαμένες/ Οι πρωτεύουσες της οδύνης μου/ σε μια δίνη». σου ψιθυρίζω: Θάνατος αγάπη μου, είναι να πιστεύεις τα μάτια!

Δευτέρα 4 Απριλίου 2011

Σαν όνειρα πετάνε τα λουλούδια

Κρατάει χρώματα σε σύντομα χέρια.
έχει τον ουρανό στα μάτια
κι έμβλημά της, τον Ήλιο.
ξεχνάει σχεδόν πάντα να μιλήσει
κι αγαπάει πολύ τα αινίγματα
και τα παραμύθια. πετάει με τα
δαντελένια της φτερά
και η πνοή της γεμίζει με χρυσόσκονη
την ατμόσφαιρα.
τραγουδάει τραγούδια
που κοιμίζουν όλα τα θηρία
και φέρνει στον κόσμο μια γαλήνη
σαν καλοκαιρινό πρωινό.
με την ανάσα της σκουπίζει όλη την τέφρα
και δεν ακουγονται παρά γέλια παιδιών
κάθε φορά που πλησιάζει.
η καρδιά χτυπά με το δικό της
αίμα και μυρίζει παντού ζωή, το άρωμά της.
στον ουρανό σταματά ο Χρόνος.
ο Χρόνος όλος είναι τα μάτια της
και άδεια τώρα πια, είναι η θλίψη.

Παρασκευή 1 Απριλίου 2011

Καρτ Ποστάλ

Όταν η θλίψη τού άφηνε χαραγματιές
στο σφριγηλό του πρόσωπο
- που ήταν γεμάτο από τα πρώιμα χρώματα
των ανοίξεων -
δεν μπορούσε να αντιληφθεί
πόσο αποτρόπαια θα καθρεφτιζόταν
εκείνο, στα μάτια των ανθρώπων
μετά από χρόνια.
κι αυτοί πόσο θα πάσχιζαν να αποφύγουν
τις Ερινύες που συνοδεύουν
τα σημερινά του λόγια, την εικόνα του
που σε κάποιο καιρό θα μνημονεύεται
σε συνέδρια και παρδαλές γιορτές
καθώς και τα ρινίσματα των λοβοτομημένων
επιθυμιών του. τα ρολόγια και οι καθρέφτες
ποτέ δεν ανήκαν στις συμπάθειές του
/φρόντιζε να τα καλύπτει πάντα με ήχους/
συνέχεια φρόντιζε για τα βήματα των άλλων
- για τα βλέμματα που χάνονταν στην ομίχλη
είχε έτοιμα δάκρυα απλωμένα σε χαρτιά.
όταν η θλίψη κούρνιαζε μέσα του
δεν έκλαιγε ποτέ και συνήθως
τον ήλκυαν άνθρωποι με δεισιδαιμονίες.
όμως τώρα πια, πονάνε πολύ οι πληγές
στο πρόσωπο (και όχι τόσο ο πόνος της σάρκας του, μα
εκείνος που φέρνουν οι γκριμάτσες στα πρόσωπα
των άλλων, κλάσματα δευτερολέπτων προτού
στραφούν στην αντίθετη απ' αυτόν κατεύθυνση).
εκείνα τα κλάσματα είναι τόσο βαρειά
που τον κάνουν να ψάχνει να βρει
ένα ρολόι ή έναν καθρέφτη
να τεντώσει τα μάτια του
να κροταλίσει αργά τα δόντια
και να ξορκίσει έναν ακόμα αιώνα
που δραπέτευσε από τα χέρια του
σκορπίζοντας δεξιά κι αριστερά
χαμόγελα ποτισμένα με καρφιά
- δίχως κανέναν ήχο.

Παρασκευή 11 Μαρτίου 2011

Καρφίτσα στα χιόνια

Ημερεύοντας τα θηρία που που ξενυχτάνε τα βράδια στο μυαλό μου.
ξαγρυπνώντας με εφιάλτες βγαλμένους από τα βαθειά πηγάδια των ματιών.
αγκαλιασμένος με την μοναξιά, παρανοώντας μέσα στους στροβίλους
των ανθρώπινων αποχρώσεων/ χαμένος στην απουσία του λόγου.
προσβεβλημένος από την νόσο του χρόνου, που βαίνει ραγδαία
επιδεινούμενη και χαράζει τα κύτταρά μου σε κάθε ανάσα.

στρατιωτική θητεία-
υπομένοντας την επιστροφή.

Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2011

Στερητικό σύνδρομο

Ήταν εδώ, μέσα στην φλέβα μου
την ένοιωθα να ουρλιάζει.
κοίταξα βαθειά μέσα στην φλέβα
και τρόμαξα αντικρύζοντας
το καθαρό πρόσωπό της.
πίεζα με τα δάχτυλα σφιχτά την φλέβα
λες κι ήθελα να σπάσω το κενό.
έβαλα τα χείλη στο πάτωμα
και φιλούσα τα παγωμένα
πλακάκια, σαν να 'ταν εκείνη.
σηκώθηκα με το χέρι πετρωμένο
και τα μάτια της καρφωμένα
πάνω μου. άνοιξα ένα μπουκάλι
κόκκινο ξηρό, σχεδόν βάναυσο
-όπως όταν στεκόμουν στον φρέσκο
τάφο της και της μιλούσα
κι άκουγα τα πετραδάκια γύρω
να σφυράνε σαν φυσαρμόνικες.
ήπια ήπια ήπια και την έβλεπα
να χορεύει στην αγκαλιά μου
σαν ξαναμμένο ηφαίστειο.
ήπια τόσο πολύ, να με σκοτώσει
όπως με σκότωσε η κομμένη φλέβα
τού είρωνα Φεβρουαρίου.
το μπουκάλι δεν άντεξε. θέλησε να
λυτρωθεί κι έγινε θρύψαλα
πάνω στα στερημένα πλακάκια.
ο κρότος με έκανε να κοιτάξω πάνω.
το δωμάτιο βυθισμένο κατά έναν όροφο
το πρόσωπο χωνεμένο στην φλέβα
και ήχος κανείς. θολό λευκό σκέπασμα/
με κατάπιε ξανά το ταβάνι που ξάπλωσα.

Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2010

Σήμα ψηφιακό

Είδα ερχόμενος
καθώς ανηρτημένος στα πλατειά
τσιμέντα, τον ηρώδη
να ψάχνει την εξίσωση
που κάποιος του 'χε πει
πως υπάρχει, για να σκοτώσει
μερικά παιδιά. δεν ήθελα να μιλήσω.
ο ήλιος έσταζε πάνω μου
τύψεις - και δεν είχα όρεξη
για πολλές συζητήσεις.
άπλωσα τις τεντωμένες μου φλέβες
και του ζήτησα ευγενικά
το τηλεχειριστήριο
που βρισκόταν αφημένο
δίπλα στο παλαιό κρεοπωλείο
του Κλαπέ. πάτησα το κουμπί
- το κίτρινο κουμπί, που είναι τρίτο
από δεξιά - και άλλαξα κανάλι.
ήμουνα πια, μέσα σε μιαν οθόνη
κι έβλεπα κάποιους ανθρώπους.
μου φαίνονταν σοφοί, σοβαροί
μιλούσαν με στόμφο και γυάλιζαν
τα μάτια τους. στιγμές στιγμές
όταν εξηγούσαν και το κοινό
τούς καταλάβαινε, άνοιγαν
διάπλατα τα στόματά τους
κι έθαβαν αμέτρητα χαμόγελα.
για κάτι βόμβες μιλούσαν
που είχαν βρει τις δικές τους
εξισώσεις. ύστερα παρεμβολές
και μετά τίποτα άλλο δεν θυμάμαι.
σκόνη μόνο και ήχοι που έτριζαν στο
μυαλό, τα τελευταία που ένοιωσα
στο πετσί μου.

Τετάρτη 24 Νοεμβρίου 2010

Σ κ έ ψ η

Λένε πως οι χαρούμενοι άνθρωποι είναι προτιμότεροι από τους θλιμμένους. δεν ξέρω, αλήθεια, ν' απαντήσω ποια κατηγορία ανθρώπων είναι καλλίτερη. καλώς ή κακώς δεν ανήκω σε καμμιά από τις δύο...

Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2010

Λόγια

Βαρέθηκα τα λόγια χωρίς αντίκρυσμα. την οσμη του ανέφικτου που κρύβουν οι πράξεις του φόβου. πλέον, γνωρίζω καλά πως η μοίρα του σημερινού ανθρώπου είναι αλυσοδεμένη στην μέγγενη του φόβου. δεν υπάρχουν σχολεία, δεν υπάρχει υγιεία, δεν υπάρχει ισορροπία, δεν υπάρχει αγάπη, δεν υπάρχει αδελφοσύνη, δεν υφίσταται πλέον καμμιά Πολιτεία του Ανθρώπου.
μόνο προσωπεία φοράνε οι άνθρωποι και κινούνται μηχανικά σε κάθε πτυχή αυτής της αδικοχαμένης επίγειας ζωής. ναι, έχουμε χάσει την ζωή! μην ξεγελιέστε. ακόμα κι αν επιλέγετε να τάσσετε τους εαυτούς σας σε κάθε λογής αγώνα, είναι σίγουρο πως θα αποτύχετε. και ο κύριος λόγος είναι πως ήδη έχετε χάσει τους εαυτούς σας. έχουμε χάσει τους εαυτούς μας. έχουμε απολέσει την ψυχή που θα μπορούσε να χορεύει και να γιορτάζει, ακόμα και πάνω στα ερείπια της φθαρτής μας αθανασίας. μας λείπει το όραμα για να κερδίσουμε μια νέα πατρίδα: τον εαυτό μας. και χωρίς τον εαυτό του καθενός μας, κανείς δεν μπορεί να χτίσει κάτι το αξιόλογο. έχουμε χάσει το παιχνίδι με την ζωή. η ήττα μας είναι τόσο συντριπτική που πρέπει να πεθάνουμε, να ξαναγεννηθούμε, να βαφτιστούμε ξανά και να μεγαλώσουμε εκ νέου.
η ελλειπτική μας συνείδηση έχει καταστεί ένας βρυκόλακας που ρουφά ο,τιδήποτε βρεθεί μπροστά του. η τερατόμορφη μανία μας για εξιλέωση απέναντι στην ανέχεια και την ασυνέχεια του ίδιου μας του εαυτού, μας έχει μετατρεψει σε κίβδηλα κακέκτυπα όντα που μηρυκάζουν αναίσχυντα τα ελαττώματά τους. ο κόσμος είναι ήδη νεκρός. δεν γνωρίζω πότε και αν θα αναστηθεί. ξέρω μόνο τον τρόπο, που είναι τόσο απλός όσο και δύσκολος: τα όνειρα να φυτρώσουν στα χέρια μας.


Σάββατο 13 Νοεμβρίου 2010

Δεκάτη

Δεκάτη. σελίδες κρυφές τα μάτια σου.έχοντας ένα χαμόγελο
από θάλασσα, μου θυμίζεις πως ακόμα υπάρχει ορίζοντας.
έναν βυθό μόνον έβλεπα - να υψώνεται κραταιός
πάνω απ' τους ώμους μου και να ραγίζει κάθε μου βλέμμα -
γεμίζοντας με αλάτι οι σπόνδυλοί μου.
χαμόγελο πυκνό να τραβάει το δέρμα
να μεταναστεύσω από την χώρα της οδύνης
στον ουρανό, σε σύννεφα, στο διάστημα
και πιο πέρα, στην χώρα που εκτείνεται μέσα σου.
δεκάτη. η θάλασσα με ορίζει: το αλάτι, τα μεγέθη, το χρώμα
η θερμοκρασία, τα κύματά της. κοίταζέ με σαν κύμα.
μόνον αυτό θέλω. αγκάλιασέ με σαν σιωπή, μόνον αυτό θέλω.
αγάπησέ με σαν μάνα, μόνον αυτό θέλω.
κρύψε με στα στήθη σου σαν ντροπή, μόνον αυτό θέλω.
και μετα φίλα με όπως η βροχή φιλάει το χώμα. δεκάτη.
ο ουρανός πλημμυρίζει από τα μυστικά σου.
τον λατρεύω τον ουρανό - και την θάλασσα. και δεν φοβάμαι.
μόνο γκρεμίζω τον βυθό που κονταίνουν τα μάτια σου. δεκάτη.
μιαν ώρα ακόμα και θα συνηθίσω την όραση.
μιαν ώρα ακόμα και θα βουτήξω εντός μου.
μιαν ώρα ακόμα και θα σκαρφαλώσω στον νου σου.
μιαν ώρα ακόμα και θα μπορώ πια ν' αγαπήσω.
δ ε κ ά τ η.

Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2010

Βασιλεία Πένθιμη και Κατακόρυφη

Στο ταβάνι λιώνουν τα βλέμματα
ο καπνός κι η ομίχλη λένε τραγούδια
που σαν εμβατήρια τα ρουφάνε όλα
τα μάτια σου.
και το ύψος μου είναι τόσο μεγάλο
που δεν σου αρκεί για να ευτυχήσεις.
όσα τα ρόδα που μπλέκονται στα πόδια
σου, όσα τα σύμβολα που μένουν κρυφά
στην σιωπή.
ακόμα κι αν τ' αγκάθια υπερτερούν
ακόμα κι αν τα όνειρα ανάγλυφα
θα ρέουν ωσάν στυφό ύδωρ
στην τέχνη μας.
τίποτε δεν θα γαργαλάει αρμυρό
ή καυτερό ή άγευστο, τα υπαίθρια
νυσταλέα βάθη.
μήτε η επόμενη σύρραξη των αισθήσεων
θα ομορφύνει το σκεβρωμένο σκαρί
κι ούτε ποτέ θα εξυψώσει η ομοιομορφία
των οριζόντων.
θάναι μονάχα το ταβάνι ανεστραμμένο
στέμμα, που ως άλλο πάτωμα θα ενθυμίζει
γεμάτο απ' τ' αποτσίγαρα και τα σκουπίδια
την βασιλεία των ηττημένων.


Όσο εμείς μεγαλώνουμε, τόσο μικραινουν οι μέρες...

Παρασκευή 22 Οκτωβρίου 2010

Παράκληση

Ένα φιλί μόνο και υπόσχομαι να μην ονειρευτώ ξανά. σε έχασα, από τότε που είδαμε να δακρύζει το καλοκαίρι, καθώς διασπείρονταν τα κορμιά μας σκόνη στον ορίζοντα. ήλπιζα τότε να σε ξαναδώ. να κλείσω σφαλιστά την εικόνα σου μέσα στα μάτια μου. η βροχή να γδέρνει τον πόνο και κάθε έρωτα που'χα ζήσει. δεν θέλω να φοβάμαι τον χειμώνα, την εποχή χωρίς εσένα - μα εσύ χάθηκες. η θάλασσα κι ο ουρανός δεν με κοιτάζουν πια. φοβάμαι ότι θα μείνω μόνος, σε κείνη την παραλία που χωριστήκαμε και πως οι πέτρες δεν θα μου μιλάνε πια. ένα φιλί μόνο και υπόσχομαι να μην ονειρευτώ ξανά. μου αρκεί η ένωση με τα χείλη σου για μιαν ολάκερη ζωή, κι ας μην κουρνιάσω άλλο πια μέσα στα όνειρα. οι φλέβες μου θάχουν αγγίξει την θέωση και το στόμα μου θάχει μεταλάβει την ιερή ουσία που αναβλύζει το κορμί σου. δεν με νοιάζουν οι υποσχέσεις για την αιωνιότητα. η μια στιγμή της ανάστασης μαζί σου θάναι αρκετή, για να μην νοιώσω ποτέ πάλι μοναξιά. η θλίψη θα καεί σαν τελευταίο κερί κι εσύ θα είσ' η φλόγα. το σχήμα του κόσμου δεν με συγκινεί κι αδιαφορώ για τα επιτεύγματα του ανθρώπου. κι αν η καρδιά είναι διάτρητη κι η ψυχή μου δεν έχει γονείς, λίγα λόγια υπάρχουν να πω: ένα φιλί μόνο και μέτα μπορείς να με ξεχάσεις.

Τρίτη 12 Οκτωβρίου 2010

Ανατομία

Όλα κατήντησαν μια θλίψη
σαν το τσιγάρο που αποκαθηλώνεται
στην σταχτοθήκη. μπερδεύοντας βήχα με
ζεστό καφέ καθώς νυχτώνει
κι ενώ οι καταιγίδες έχουν κοπάσει πια.
οι φωνές, τα πάθη, τα δέρματα
που έχουν γδαρθεί
κι οι ξεφτισμένες σελίδες των βιβλίων-
όλα κατήντησαν μια θλίψη.
μια λίμνη γεμάτη αναμνήσεις
από νερά που έχουν φύγει.
οι καμινάδες δεν ξεφυσούν καπνό
τα λόγια δεν μιλάνε/
τα κορμιά δεν κάνουν έρωτα
και οι γιορτές ξεμείνανε από χορούς.
μουσική τώρα είναι η σιωπή
να ψιθυρίζει χαρές κι αρχαία όνειρα.
μισογεμάτες οι βαλίτσες για κείνο το ταξίδι
που είν' ακόμα βιδωμένο στην καρέκλα
περιμένοντας άδικα, χέρια
να τραβήξουν τα φερμουάρ.
το σκισμένο σακουλάκι του καφέ
ξαπλώνει στο κρύο πάτωμα και
όλα κατήντησαν μια θλίψη
σαν τα αντίο που δεν ειπώθηκαν ποτέ.

Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2010

Μηνύ_μ_α_τ_α

Μήνυμα 1: έλα πού είσαι; Σε έπαιρνα τηλ και δεν απαντούσες. όλα καλά; :)

Μήνυμα 2: γεια σου. ολα καλά. δεν το ακουγα. τωρα μολις ειδα το μην σου. εσυ;

Μήνυμα 3: καλά κι εγώ. προσπαθώ να γράψω. έλεγα να πηγαίναμε καμμιά βόλτα. στην παραλία ίσως. έχω καιρό να πάω. ωραία θα ήταν να πηγαίναμε μαζί.

Μήνυμα 4: ενταξει. καποια μερα μες στη βδομαδα θα παμε. πρεπει να φυγω. θα ετοιμαστω. καλο βραδυ.

Μήνυμα 5: γεια. λέω να κατέβω παραλία. θάρθεις;

Μήνυμα 6: πες μου. εγώ ξεκίνησα…

Μήνυμα 7: γιατί δεν απαντάς; ωραία θα ήταν να βρισκόμασταν, έστω για λίγο. αν δεν μπορείς…

Μήνυμα 8: σε παίρνω και δεν το σηκώνεις… μάλλον ενοχλώ…

Μήνυμα 9: …

Μήνυμα 10: πού χάθηκες; ακόμα να πάμε εκείνη την βόλτα.

Μήνυμα 11: δεν ξέρω τι έπαθες… γιατί δεν μου μιλάς; Έχω και μέρες να σε δω ονλάιν. είσαι οκ;

Μήνυμα 12: ελα. ολα καλα. ελειπα. πηγαμε με τα κοριτσια αθηνα. περασαμε τελεια. δεν μπορουσα να μιλησω. σορρυ.

Μήνυμα 13: δλδ δεν μπορείς να μου το πεις; πρέπει να σου στέλνω και να σε παίρνω εκατό φορές;;; κι εσύ τπτ;;;

Μήνυμα 14: μην με πιεζεις. δεν μπορω. τα εχουμε πει πολλες φορες. δεν μπορω ετσι…

Μήνυμα 15: γιατί εγώ μπορώ δλδ; να θέλω να σου μιλήσω είναι πίεση; ευχαριστώ πολύ. νόμιζα ότι περνούσες καλά μαζί μου. νόμιζα η επικοινωνία μας ήταν κάτι ευχάριστο για σένα.

Μήνυμα 16: μην το κανεις τοσο δραματικο. καλα περναμε. αλλα οκ.μην τρελαινεσαι… :Ρ

Μήνυμα 17: μην τρελλαίνομαι; α, έτσι το βλέπεις εσύ… οκ…γεια!!!

Μήνυμα 18: γεια.

Μήνυμα 19: έλα τι κάνεις; μου έχεις λείψει. και προχτές στο νετ δεν μου μιλούσες… πώς είσαι;

Μήνυμα 20: ρε αγάπη… πού είσαι;

Μήνυμα 21: τζαααααα!!!! θα πεις τπτ;;;

Μήνυμα 22: ουφ!!! πάλι τα ίδια…

Μήνυμα 23: ελα. γιατι κανεις ετσι ρε συ; τωρα θα φυγω. εχω κανονισει για το βραδυ. καλα να περασεις οπου κι αν πας.

Μήνυμα 24: στο τρας θα είσαι;;; μπορεί να έρθω κι εγώ απόψε…

Μήνυμα 25: καλά. να περάσεις όμορφα. ίσως τα πούμε το βράδυ. :/

Μήνυμα 26: σε πήρε το μάτι μου. ήθελα να σου μιλήσω αλλά όλο με κάποιον ήσουν. μετά χάθηκες. πώς πέρασες;

Μήνυμα 27: πού είσαι; δεν θέλω να σε πιέζω αλλά σήκωσε το και μια φορά. :/

Μήνυμα 28: τελικά, εκείνη την βόλτα θα την πάμε ποτέ; :[

Μήνυμα 29: ελα. γεια. ειπαμε ναι βρε. θα παμε…

Μήνυμα 30: πότε λες; αύριο; καλά είναι;

Μήνυμα 31: καλά, σε αφήνω. θα σου στείλω αύριο.

Μήνυμα 32: έλα. θα κατεβούμε; γεια.

Μήνυμα 33: πού είσαι; πάλι δεν το σηκώνεις…

Μήνυμα 34: είναι εκνευριστικό αυτό που κάνεις. έλεος δλδ. θέλω να σου μιλήσω. στην τελική, αυτά που δέχεσαι κάνε τα πράξη!!! τι θα κάνω με σένα;

Μήνυμα 35: άντε γειααα!!!!

Μήνυμα 36: ρε χαζό, σ’ αγαπάω, νοιάζομαι για σένα… ;)

Μήνυμα 38: ρεεεεεεεεεεεεεεεεεε… πού είσαι;;;;;;;;;; :((((

Μήνυμα 39: γιατί το κάνεις αυτό;

Μήνυμα 40: καλά. συγγνώμη. δεν θα σε ζαλίσω άλλο… φιλιά!!!

Μήνυμα 41: μου έλειψες. καλά είσαι;

Μήνυμα 42: σ’ αγαπάω ρε συ… πες μου κάτι… :(

Μήνυμα 43: τίποτα…

Μήνυμα 44: .