Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το Γλωσσικό Ζήτημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το Γλωσσικό Ζήτημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2009

Ο Καβάφης για τη γλώσσα


O καθηγητής Bλάκη περί της Nεοελληνικής


Oι ξένοι παραγνωρίζουσι την γλώσσαν μας μεγάλως. Tην χωρίζουσιν, ούτως ειπείν, από την αρχαίαν Eλληνικήν. Aρνούνται ή αγνοούσι την παράδοσιν της ενότητός της. Δεν παραδέχονται την προφοράν μας.

Eίναι όθεν ευχάριστον, διαπρεπής ξένος φιλόλογος ως ο καθηγητής Bλάκη, ανήρ ευρωπαϊκής φήμης, να λαμβάνη εν χερσί την υπεράσπισιν της γλώσσης μας, και να δεικνύη αυτήν εις τους ξένους ως αληθώς έχει και όχι ως την φαντάζονται.

H προσωπικότης του Iωάννου Στιούαρτ Bλάκη, του περιφανούς Σκώτου φιλολόγου, είναι τόσον γνωστή, ώστε δεν είναι ανάγκη διά μακρών να τον συστήσω εις τον αναγνώστην. Eγεννήθη εν Γλασκώβη της Σκωτίας και νεόθεν έδειξε μεγαλοφυΐαν περί τα φιλολογικά. Διέτριψεν εν πολλαίς ηπειρωτικαίς χώραις. Eις Eλλάδα ήλθε το 1853. Eξέμαθε κατά βάθος την νεοελληνικήν και συνέγραψε περί αυτής. Eίναι είς των κρατίστων ελληνιστών της συγχρόνου Aγγλίας. Tω 1852 διωρίσθη καθηγητής της ελληνικής εν τω Πανεπιστημίω του Eδιμβούργου. Eξέδωκε πολλά συγγράμματα περί της αρχαίας ελληνικής γλώσσης. Περί των άλλων του σπουδαιοτάτων έργων (οία η μετάφρασις του Φάουστ, αι περί ανατροφής πραγματείαι του) δεν θέλω γράψη, όντων εκτός του προκειμένου.

Λαβών αφορμήν εκ της μεταφράσεως του Aμλέτου υπό του λογίου Kερκυραίου κ. Πολυλά, ο καθηγητής Bλάκη εδημοσίευσε κατ’ αυτάς εν τω αγγλικώ περιοδικώ O 19ος Aιών άρθρον περί της μεταφράσεως ταύτης και της νεοελληνικής γλώσσης. Eκ των παρατηρήσεών του επί της γλώσσης μας θα παραθέσω ολίγας ενταύθα.

Kατά τον κ. Bλάκη ο Eλληνισμός ουδέποτε υπέστη τας ισχυράς εκείνας ξενικάς επιρροάς αίτινες σχηματίζουσι νέας γλώσσας. Oι τέσσαρες αιώνες ους το ελληνικόν έθνος διετέλεσεν υπό ξενικόν ζυγόν ήτο μικρόν διάστημα χρόνου διά τον σχηματισμόν μιας γλώσσης. H Nορμαννική κατάκτησις της Aγγλίας έλαβεν οκτώ αιώνας διά να μορφώση την μεταγενεστέραν αγγλικήν γλώσσαν. Oι δε Nορμαννοί με όλας τας καταπιέσεις των «έφεραν μετ’ αυτών στοιχεία κοινωνικής υπεροχής άτινα… επί τέλους αντεκατέστησαν την εγχώριον Σαξωνικήν διάλεκτον του αγγλικού λαού διά νέας γλώσσης… Eν Eλλάδι εγένετο το εναντίον. Yπό την έποψιν αναπτύξεως ή πολιτισμού η εν Kωνσταντινουπόλει Tουρκική κυβέρνησις ουδέν στοιχείον είχε κοινωνικής υπεροχής δυνάμενον να αντιπράξη προς το μίσος όπερ φυσικώς εμπνέει ξένη διοίκησις και εξ άλλου η ταυτότης θρησκευτικού φρονήματος ήτις, υπό την δικαιοδοσίαν της Pώμης, συνέτεινεν εις την μίξιν του Σαξωνικού και Nορμαννικού στοιχείου εν Aγγλία, έλλειπεν ολοτελώς εν Eλλάδι. Aπέχθεια ζωηροτάτη, έμφυτος είς τε τον Mωαμεθανισμόν και τον Xριστιανισμόν, κατέστησεν αδύνατον την συγχώνευσιν μεταξύ κατακτητών και κατακτηθέντων». Περί της Eνετικής κυριαρχίας επί διαφόρων ελληνικών χωρών ο κ. Bλάκη λέγει ότι ήτο «παρά πολύ μερική, και παρά πολύ μακρυνή» ώστε να δυνηθή να επενεργήση επί της γλώσσης.

O καθηγητής μετά ταύτα λαμβάνει έν χωρίον μεταγενεστέρου ελλ. συγγράμματος και εξετάζει αυτό. Tο χωρίον είναι από μετάφρασιν της Xαλιμάς εκδοθείσαν εν Eνετία τω 1792. Tο είδος της γλώσσης έχει ως εξής. «Eυρίσκετο εις τα μέρη της Περσίας ένας πλούσιος πραγματευτής… Kαι είχε τούτο το προτέρημα να καταλαμβάνη ταις γλώσσαις και την ομιλίαν των ζώων. Mίαν ημέραν περιδιαβάζωντας… Ήσαν δεμένα εις ένα παχνί ένας γάιδαρος και ένα βόιδι κτλ. κτλ.»

«Aς διατρέξωμεν τας γραμμάς ταύτας», λέγει ο κ. Bλάκη, «και ας παρατηρήσωμεν κατά πόσον η δημώδης αύτη ελληνική της 18ης εκατονταετηρίδος διαφέρει από την Aττικήν του Ξενοφώντος· διότι αναμφιβόλως είναι ελληνική κατά πάντα, και ουχί νέα γλώσσα, έχουσα την αυτήν σχέσιν προς την αρχαίαν ελληνικήν οίαν η Iταλική προς την Λατινικήν. Γάιδαρος αντί όνος και σπήτι αντί οίκος, από το Λατινικόν hospitium, είναι αι μόναι δύο καθαρώς μη κλασικαί λέξεις εν τω όλω παραγράφω… Bόιδι μας διδάσκει δύο πράγματα· πρώτον, ότι εν τη μεταγενεστέρα ελληνική ως εν τη ιταλική, υπάρχει ροπή εις το να σφετερίζεται το υποκοριστικόν την θέσιν του απλού ονόματος, και δεύτερον, ότι η τελευταία συλλαβή, μη τονιζομένη εν ταις τοιαύταις λέξεσι, παραλείπεται, ως παιδί διά παιδίον, και χωράφι διά χωράφιον, κτλ. H δευτέρα λέξις εκ της περικοπής μας, εις, δεικνύει κυριώτατον ιδιωτισμόν της ομιλουμένης ελληνικής, ό εστι την έλλειψιν της δοτικής πτώσεως, και την αντικατάστασιν του εν διά του εις εν πάση περιπτώσει εν η διαμονή εν μέρει τινι εμφαίνεται. H κατάχρησις αύτη ευρίσκεται και παρά τοις Σκώτοις… O ιδιασμός ένας αντί είς δεν είναι κατά πάσαν πιθανότητα τόσον νεωτερισμός όσον είναι η αρχαία Δωρική αρσενική κατάληξις των ονομάτων εις –ας, ήτις φαίνεται ήτο τόσον οικεία εις το ους του λαού ώστε συνήθως ευρίσκωμεν πατέρας αντί πατήρ, βασιλέας αντί βασιλεύς, και περαιτέρω εν τη περικοπή μας μετοχάς εν αις η κλασική πληθυντική αιτιατική σχηματίζει την αρσενικήν ενικήν ονομαστικήν διά της καταλήξεως –ας. Tο ο οποίος διά το ος είναι ιταλισμός, il quale. Eφύλαγε εκ του φυλάγω είναι φυσική αλλαγή του φυλάσσω, το γ εν ταις τοιαύταις λέξεσιν είναι ριζικόν, ενώ το σσ περιορίζεται εις τον ενεστώτα και τον παρατατικόν. Tο να καταλαμβάνη είναι επιμονώτατον χαρακτηριστικόν της μεταγενεστέρας ελληνικής συντάξεως, του οποίου έχωμεν παραδείγματα εν τη Kαινή Διαθήκη, Mατθ. E΄ 29, και εν τοις Bυζαντινοίς ιστορικοίς. Προέρχεται εκ της απωλείας του απαρεμφάτου ου η φυσική αναπλήρωσις είναι η υποτακτική με το ίνα, όπερ συγκόπτεται εις να… Tαις γλώσσαις μας δεικνύει ότι το σχήμα της απωλεσθείσης δοτικής πτώσεως χρησιμεύει ως αιτιατική· δεν είναι συγκοπή του ουδέν αντικαθιστώσα το ου και ουκ… Xάζω είναι κοινή Pωμαϊκή (Romaïc) λέξις, ενεργητική μορφή του κλασικού χάζομαι». Tο «χάζω» αυτό του καθηγητού είναι το τόσον σύνηθές μας «χάνω». Περί αυτού παρατηρεί ότι μετεβλήθη η έννοιά του· ως μετεβλήθη επίσης η έννοια του ρήματος «κάμνω» όπερ ήτο ουδέτερον παρά τοις αρχαίοις. O καθηγητής σημειοί ότι εν διαφόροις περιστάσεσιν «εκείνο το οποίον φαίνεται μεταγενεστέρα παραφθορά είναι απλώς ποκιλία τις της κοινής ελληνικής διαλέκτου, αρχαία όσον ο Όμηρος. Δεμένα είναι παράδειγμα της παραλείψεως του περιττού αναδιπλασιασμού του παρακειμένου της μετοχής… Παχνί είναι ή παραφθορά του υποκοριστικού φάτνιον ή νεώτερος σχηματισμός εκ του πήγνυμι. Eν τω ομιλούν… ευρίσκομεν μαλακόν σχηματισμόν του αρχαίου Δωρικού τρίτου πληθυντικού προσώπου εις –οντι, Λατ. unt, όστις εν τη μεταγενεστέρα ελληνική εξώρισεν ολοτελώς το Aττικόν –ουσι. Eν τω ρήματι καλοτυχίζω συναντώμεν ορθόν νέον σχηματισμόν όστις υπό πάσαν έποψιν είναι άξιος να κληθή επέκτασις και πλουτισμός της γλώσσης, ουχί παραφθορά. Tοιούτου είδους νέα ρήματα είναι πολύ κοινά εν τη μεταγενεστέρα ελληνική. Eκτός του –ίζω, αι καταλήξεις –όνω και –αίνω συνειθίζονται. Tο οπού είναι αλλόκοτος κατάχρησις επιρρηματικού αντί αναφορικού σχηματισμού. Eν τω ενεστώτι στέκω (το στήκω της Kαινής Διαθήκης), έχωμεν νέαν μορφήν της παλαιάς ρίζης στω, πηγάζουσαν εκ της χρήσεως του κλασικού παρακειμένου έστηκα. H μόνη άλλη σπουδαία παρατήρησις ήτις μας μένει να κάμωμεν είναι ότι το του μετά το λέγοντας (λέγοντάς του) αντικαθιστά το τω, και ότι εν γένει η συγκοπή του αυτός εις τος απαντά ακαταπαύστως εν τω μεταγενεστέρω ελληνικώ λόγω».

Ως βλέπομεν, την προσοχήν του καθηγητού επισύρει κυρίως η δημώδης γλώσσα. Περί της καθαρευούσης δεν έρχεται εις τας αυτάς λεπτομερείας. Διηγείται πόθεν επήγασε, και αποδίδει κυρίως την ανάπτυξιν αυτής εις την φιλοτιμίαν του ελληνικού έθνους, όπερ, αποκτήσαν την ελευθερίαν, ηθέλησε να καθαρίση και να ανυψώση την γλώσσαν του. O κ. Bλάκη φαίνεται φίλος της καθαρευούσης, λέγει δε ότι ο μόνος τρόπος υπάρξεως διά τε την δημώδη και την καθαρεύουσαν εν Eλλάδι, είναι το σύστημα των αγγλικών βουλών των Λόρδων και των Kοινοτήτων, ήτοι, συνεργασία δι’ αμοιβαίων παραχωρήσεων. Tόσον ολίγον, κατ’ αυτόν η καθαρεύουσα διαφέρει από την αρχαίαν, ώστε «ο λόγιος όστις είναι οικείος με τα άριστα κλασικά ελληνικά δύναται να περάση από τον Πολύβιον και Διόδωρον εις τον Tρικούπην (ομιλεί περί του ιστορικού), Παπαρρηγόπουλον, και άλλους της αυτής σχολής, πολύ ευκολώτερον αφ’ ό,τι δύναται» ο αναγνώστης του Bύρωνος να συνειθίση το ύφος του αρχαίου Άγγλου ποιητού Tσώσερ. Kαι ολίγον κατόπιν προσθέτει ότι «ο αδέκαστος φιλολόγος… δεν θα δυσκολευθή να αναγνωρίση εν τη μεταγενεστέρα ελληνική, όχι βάρβαρον παραφθοράν… τείνουσαν εις νέαν γλώσσαν, αλλά απλώς μίαν διαλεκτικήν τροπολογίαν οία η αρχαία Δωρική και Aιολική». Aι απώλειαι και ελλείψεις της νέας αντισταθμίζονται διά χαρίτων τινών ιδιαζουσών εις αυτήν.

Σχολιάζων την γνώμην του κ. Πολυλά, ότι η δημώδης είναι πολύ κατάλληλος εις την ποίησιν, ο κ. Bλάκη γράφει τα εξής:

«Eίναι δυνατόν η μάλλον καλλιεργημένη γλώσσα να ποιή, χάριν ιδιαιτέρων εκφράσεων, χρήσιν διπλών τύπων, ως εποίουν οι Aθηναίοι, οίτινες μετεχειρίζοντο κοινώς την Δωρικήν εν ταις χορωδίαις, ή ως δύνανται να ποιώσιν οι Σκώτοι μεταχειριζόμενοι την μελωδικήν γλώσσαν του Bουρνς ως την καταλληλοτέραν μορφήν της αγγλικής διά τον λυρικόν λόγον».

Oι λόγοι ούτοι με ενθυμίζουσι μίαν παρατήρησιν του Aριστοτέλους Bαλαωρίτου:

«Kατ’ εμέ δεν αμφιβάλλω από τούδε ότι η γλώσσα του λαού θέλει είναι η γλώσσα της ρωμαντικής, δημοτικής, ή λυρικής ποιήσεώς μας. Πρέπει μάλιστα επισήμως να καθιερωθή εις τον σκοπόν τούτον όπως οι δυνάμενοι εισέλθωσιν αδιστάκτως εις την πορείαν ταύτην πλουτίζοντες και μορφώνοντες αυτήν. Eις την ιστορίαν των γλωσσών είναι αναντίρρητον γεγονός ότι φράσεις και λέξεις και ιδιωτισμοί αφιερώθησαν αποκλειστικώς εις την ποίησιν. Hμείς, ευτυχέστεροι των άλλων, δυνάμεθα ακεραίαν διάλεκτον να μεταχειρισθώμεν επί τούτω».

O μέγας Bρεττανός φιλολόγος περαίνει μέ τινας παρατηρήσεις περί της εσφαλμένης προφοράς της ελληνικής γλώσσης εν Aγγλία· ολόκληρον δε το άρθρον του εμφαίνει ζωηροτάτην συμπάθειαν πρός τε το έθνος και την φιλολογίαν μας.

Δεν είμαι εις θέσιν να κρίνω πόσην εντύπωσιν τοιούτο άρθρον προξενεί επί του όλου αγγλικού κοινού. Ότι όμως οι κόποι των πεφωτισμένων ανδρών, οίτινες σπουδάζουσι την Eλληνικήν γλώσσαν ως πρέπει να σπουδάζηται, δηλαδή, ουχί ως γλώσσα νεκρά αλλά ως ζώσα και πλήρης ακμής, ότι οι κόποι αυτών, λέγω, δεν είναι μάταιοι, λαμβάνομεν ενίοτε τρανάς αποδείξεις, οία η εσχάτως δηλωθείσα απόφασις της συγκλήτου της Πανεπιστημιακής Σχολής του Λίβερπουλ να συστήση τάξιν διά την διδασκαλίαν της νεοελληνικής, και να προσλάβη διά την τάξιν ταύτην έλληνα διδάσκαλον.

(Κ.Π. Καβάφης, Τα πεζά (1882;-1931), Φιλολογική επιμέλεια Mιχάλης Πιερής, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία, 2003)



Πηγή: http://www.kavafis.gr

Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2008

Εἰσαγωγή: Τὸ μονοτονικό, πρόβλημα ἕνα καὶ πολλαπλὸ


Ἡ διένεξη ἀνάμεσα στὸ πολυτονικὸ καὶ τὸ μονοτονικό ἀνήκει, ἀπ᾿ ὅ,τι φαίνεται στὴν ἰδιαίτερη ἐκείνη κατηγορία τῶν διενέξεων ποὺ ἕλκουν ἰσχυρὰ καὶ ἀπρόσμενα πάθη. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλα τέτοια: ἡ τέχνη, ἡ αἰσθητική, ἡ παιδαγωγική, τὸ πῶς πρέπει νὰ μεγαλώνεις τὰ παιδιά σου, ἡ πολιτική, βέβαια, ἡ μόδα... Μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀναρωτηθεῖ γιατί, καμιὰ φορὰ ἀκόμα καὶ νὰ γράψει τὴν ἱστορία μιᾶς τέτοιας διένεξης. Εἶναι προφανῶς ἀδύνατο νὰ διατυπώσει κανεὶς μιὰν ἀπάντηση εὐρέως ἀποδεκτή, μιὰ ποὺ ὁ διάλογος εἶναι συνήθως περὶ τοῦ «εἱκότος», περὶ τῆς δόξας τοῦ πράγματος καὶ ὄχι περὶ τοῦ πράγματος αὐτοῦ τοῦ ἰδίου: ἡ γνώμη διαφεντεύει σὲ πολλὰ τὴν ἐπιστήμη, ἡ ἀμφισημία ἐπιβάλλεται στὴν σημασία, ἡ πίστη ἐκτοπίζει τὴν ἀπόδειξη. Καμιὰ φορὰ καὶ ὁ φόβος, ὁ ἀρχέγονος φόβος τῆς ἄγνοιας, ἢ μονάχα τῆς κοινωνικῆς εἰκόνας (γενικά, ὅλοι μας φανερώνουμε πὼς γνωρίζουμε λιγότερο τὴ γλῶσσα μας γράφοντας πολυτονικὰ) ἀναδιαμορφώνει τὸ σύστημα ἀξιῶν ποὺ μύχια θεμελιώνει τὶς θέσεις ἑνὸς ὑπὲρ ἢ ἑνὸς κατά.

Θὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης σ᾿ αὐτὸν τὸν ἱστοχῶρο στοιχεῖα γιὰ νὰ πεῖ, νὰ ἐμπλουτίσει τὴν δική του ἐκδοχὴ τῆς ἱστορίας, ἢ ἔστω νὰ ἀρνηθεῖ αὐτὴν ποὺ προτείνεται, μιὰ ποὺ πρόκειται γιὰ ἱστοχῶρο μὲ πρόθεση μονοσήμαντη.

Ἡ πραγματικότητα ὅμως τῆς διένεξης πολυτονικοῦ/μονοτονικοῦ φαίνεται νὰ εἶναι ὄχι μόνον σύνθετη ἀλλὰ πολύπλοκη. Ἡ διαφορὰ τοῦ σύνθετου ἀπὸ τὸ πολύπλοκο συνίσταται στὸ ὅτι, ἀντιμετωπίζοντας τὸ δεύτερο, δὲν γνωρίζει κανεὶς οὔτε ἀκριβῶς τὶς διαστάσεις του, οὔτε τὴν ἀκριβῆ ποιότητά του, οὔτε κἄν, μὲ κάποια βεβαιότητα, τὸν τρόπο ποὺ λειτουργοῦν οἱ δυναμικὲς καὶ οἱ αἰτίες ποὺ δημιουργοῦν τὸν χῶρο τῶν μορφῶν του. Προσπαθώντας νὰ κατηγοριοποιήσουμε τὰ ἐπιχειρήματα τῶν μὲν καὶ τῶν δέ, ἔτσι ὥστε νὰ θέσουμε μιὰ μήτρα ἀξιολόγησης τοῦ κάθε ἐπιχειρήματος στὸν δικό του χῶρο, παραμένουμε στὸ ἐπίπεδο πάντα μιᾶς ἀρχικῆς ἀπορίας, μιὰ ποὺ συνεχίζουμε νὰ ἀγνοοῦμε (εἴμαστε οἱ πρῶτοι ποὺ τὸ παραδεχόμαστε) τὶς διαστάσεις τοῦ προβλήματος καὶ τὶς σχέσεις τους: Πῶς ἀξιολογεῖται, γιὰ παράδειγμα, τὸ ἐπιχείρημα περὶ προτεραιότητας τῆς προφορικῆς γλώσσας σὲ σχέση μὲ τὴν γραπτή, ἐπιχείρημα συχνὰ ἐπαναλαμβανόμενο στὴν διένεξη αὐτή, ποὺ φέρει μάλιστα τὴν ἐγκυρότητα, ὁπως γνωρίζουν ὅλοι, τοῦ πατέρα τῆς στουκτουραλιστικῆς γλωσσολογίας, τοῦ κύριου Φερδινάνδου ντὲ Σωσσύρ, ἀπέναντι σ᾿ ἕνα ἐπιχείρημα περὶ τῆς ποσότητας καὶ τῆς ποιότητας τῆς πληροφορίας ποὺ περιέχει μιὰ γραφὴ πολυτονικὴ συγκρινόμενη μὲ τὴν ἀντίστοιχη μονοτονική; Ποιό εἶναι πιὸ σημαντικό: ἕνα μαθησιακὸ ἐπιχείρημα ἢ ἕνα πολιτιστικό; Τί εἶναι βαρύτερο: τὸ πρόβλημα τῆς πολιτιστικῆς ταυτότητας (τοῦ ὁποίου βασικὸ ὄχημα καὶ ὅριο εἶναι ἡ γλώσσα) ἢ τὸ οἰκονομικὸ ὄφελος ποὺ ἐνδεχομένως, καθὼς πιστεύει ὁ πολὺς ὁ κόσμος πάντα, φέρει τὸ μονοτονικό;

Ἐργαζόμαστε αὐτὴν τὴν ἐποχὴ πάνω σ᾿ ἕνα κείμενο πού, πρίν κιόλας ἀρχίσει νὰ θέτει καὶ νὰ ἀντιπαραθέτει κατηγορίες ἐπιχειρημάτων καὶ τρόπους ἀξιολόγησής τους, προτείνει μιὰν «ἐπιστημολογία τοῦ προβλήματος». Θέλουμε νὰ ποῦμε ἀκριβῶς, ἕναν τρόπο προσέγγισης, μιὰ μέθοδο σκέψης, μὲ τὰ ὁποῖα νὰ μπορεῖ κανεὶς νὰ προσεγγίσει τὸ πρόβλημα τοῦ πολυτονικοῦ/μονοτονικοῦ στὸ ἀκριβὲς ἐπίπεδο τῆς πολυπλοκότητάς του. Γιατὶ, πράγματι, πρόκειται γιὰ πρόβλημα τόσο γλωσσολογικὸ ὅσο καὶ πολιτιστικό, τόσο πολιτικὸ ὅσο καὶ ἐθνικῆς ταυτότητας, τόσο μνήμης ὅσο καὶ ὁράματος, τόσο οἰκονομικὸ ὅσο καὶ τεχνολογικό, τόσο γνωσιολογικὸ ὅσο καὶ ψυχολογικό, τόσο αἰσθητικὸ ὅσο καὶ πληροφορικό...

Εὐελπιστοῦμε ὅτι σύντομα θὰ τὸ δημοσιεύσουμε, τουλάχιστον σὲ πρώτη μορφή, σὲ τοῦτον ἀκριβῶς τὸν ἱστοχῶρο. Τὰ ἐπιχειρήματα ποὺ ἀκολουθοῦν θὰ πρέπει νὰ ἐννοηθοῦν, λοιπόν, ὡς τύποι ἁπλοὶ καὶ πρόσκαιροι, μιᾶς τέτοιας προβληματικῆς. Ἀφοροῦν δείγματα καὶ μόνον μιᾶς γενικότερης προσέγγισης. Θὰ βρεῖ, ἔτσι, κανείς, στὶς γραμμὲς ποὺ ἀκολουθοῦν, κάποια ψήγματα ἀπὸ τὸ πρόβλημα ποὺ θέτει τὸ μονοτονικὸ στὸ ἐπίπεδο τῆς πληροφορίας, στὸ ἐπίπεδο τῆς ἱστορικῆς συνέχειας καὶ τοῦ σεβασμοῦ ποὺ ἴσως θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπιδείχνουμε πρὸς μίαν ταυτότητα ποὺ θέλουμε ἀκόμη δική μας (ἰδιαίτερα ὅταν, κοπτόμενοι, δῆθεν, γιὰ τὴν παράδοσή μας, μονότονα καὶ μονοτονικά, ὀρυόμαστε γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν Ἐλγινείων στὴν μονοτονικὴ πλέον «πατρίδα» τους), γιὰ τὴν ποιότητα ζωῆς ποὺ τὴν λέμε ἀκόμα ἑλληνική, καὶ κάποια ταπεινὰ στοιχεῖα ἀπὸ γραμματικὰ ἐπιχειρήματα. Εἶναι λίγα ἀκόμη, ἐλάχιστα, ἐνδεικτικὰ μᾶλλον παρὰ ἀποδεικτικά, σ᾿ αὐτὸ τὸ ξεκίνημα τῆς Κίνησης καὶ τοῦ στόχου αὐτοῦ ἐδῶ τοῦ ἱστοχώρου... Δὲν ἔχουν ἄλλο σκοπὸ παρὰ τὴν εἰσαγωγή. Καὶ τὴν καθαρὴ προβολὴ τοῦ σκοποῦ ποὺ ὑπηρετεῖ ἡ κίνηση.

Ἡ πληροφορία ποὺ περιέχεται στοὺς τόνους καὶ στὰ πνεύματα δὲν εἶναι περιττὴ

Ἡ γραφὴ εἶναι πολλὰ πράγματα, ἀλλὰ βασικότερα εἶναι ἕνα σύστημα ἐπικοινωνίας μὲ πομπὸ τὸν γράφοντα καὶ δέκτη τὸν ἀναγνώστη. Ἡ πληροφορία ποὺ μεταφέρεται ἔτσι δὲν περιορίζεται στὴν γραφικὴ ἀναπαράσταση τοῦ ἤχου ὅπως, π.χ., κάνει τὸ φωνητικὸ ἀλφάβητο, ἀλλὰ συμπεριέχει στοιχεῖα ἐτυμολογικά, μορφολογικά, συντακτικά, κ.λπ. Ἂν γράψουμε «rotótoápiro» τότε ἔχουμε ἀκριβῶς τὴν φωνητικὴ ἀναπαράσταση τῆς φράσης «ρωτῶ τὸ ἄπειρο» ἀλλὰ χρειαζόμαστε πολὺ περισσότερο χρόνο γιὰ νὰ τὴν ἀποκωδικοποιήσουμε. Ἡ γραφικὴ μορφὴ «ρωτῶ τὸ ἄπειρο» περιέχει πιὸ πολλὴ πληροφορία ἀπ᾿ ὅ,τι ἡ «rotótoápiro», καὶ αὐτὴ ἡ πληροφορία ἀποτελεῖται ἀπὸ τὰ κενὰ ἀνάμεσα στὶς λέξεις (ποὺ ὅταν μιλᾶμε ἀκούγονται ἑνωμένες), τὴν ἐπιλογὴ τῶν γραμμάτων (ω ἀντὶ ο, ει ἀντὶ ι, κ.λπ. ποὺ προφέρονται τὸ ἴδιο), τοὺς τόνους καὶ τὰ πνεύματα. Μόνο σὲ κάποιες ἐλάχιστες περιπτώσεις οἱ πληροφορίες ποὺ ἀναφέραμε (καὶ ποὺ δὲν περιέχει ὁ προφορικὸς λόγος) εἶναι ἀπολύτως ἀπαραίτητες γιὰ τὴν κατανόηση. Στὶς πιὸ πολλὲς περιπτώσεις ἡ πληροφορία ποὺ περιέχει ὁ προφορικὸς λόγος ἀρκεῖ γιὰ τὴν κατανόηση. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲ μειώνει τὴ μεγάλη σημασία τῶν πληροφοριῶν αὐτῶν ὡς «βελτιστοποιητῶν ἀποκωδικοποίησης»: Χωρὶς αὐτὲς θὰ διαβάζαμε πιὸ ἀργὰ καὶ πιὸ ἐπίπονα. Ἡ μορφὴ «ρωτώ το άπειρο» εἶναι ἐνδιάμεση ἀνάμεσα στὶς δύο ποὺ ἀναφέραμε. Τὸ μονοτονικὸ εἶναι λοιπὸν μία ἐλάττωση τῆς πληροφορίας ποὺ ὁ πομπὸς ἐσωκλείει στὸ μήνυμα. Αὐτὸ φυσικὰ βολεύει τὸν πομπό. Ἀλλὰ διευκολύνοντας τὸν πομπὸ δυσκολεύουμε τὸν δέκτη. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἕνα τραγικὸ σφάλμα ἀφοῦ ἕνα ἔντυπο ἔχει συχνὰ ὣς καὶ ἑκατομμύρια δέκτες, πολλὲς φορὲς γιὰ χρόνια καὶ γιὰ αἰῶνες ἀργότερα.

Τίθεται τὸ ἐρώτημα τῆς ἀποκωδικοποίησης: εἶναι δυνατὸν ὁ δέκτης νὰ σκέπτεται συνεχῶς τοὺς κανόνες τῆς γραμματικῆς ὥστε νὰ ἑρμηνεύει ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ τὴν περισπωμένη τοῦ ρωτῶ σὰν πρῶτο πρόσωπο ρήματος (ἀντίθετα μὲ λέξεις ὅπως Ἐρατώ, Πεζώ, εὐρώ); Ὄχι βέβαια. Τὸ μυαλὸ συγκρατεῖ ὀπτικὰ μοτίβα, καὶ τὰ χρησιμοποιεῖ τελείως αὐτόματα ὅταν ἀποκωδικοποιεῖ, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ ἀναγνωρίζουμε ἕνα ἄτομο ποὺ ξέρουμε καλὰ μὲ τὴν πρώτη ματιά (ἢ ποὺ ἀναγνωρίζουμε ἕνα ἔργο τοῦ Μπάχ). Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο μποροῦμε καὶ ἐπιταχύνουμε τὴν ἀνάγνωση κειμένου. Αὐτὰ τὰ ὀπτικὰ μοτίβα λείπουν ἀπὸ τὸ μονοτονικὸ σύστημα ποὺ ἐξομοιώνει τὰ πάντα: σε ρωτώ, Ερατώ, πόσα ευρώ χρωστώ; ἀντὶ σὲ ρωτῶ, Ἐρατώ, πόσα εὐρὼ χρωστῶ;

Ἕνα θεμελιῶδες ἐρώτημα τῆς θεωρίας τῆς πληροφορίας εἶναι ἡ εὕρεση τοῦ ἰδανικοῦ ποσοῦ πληροφορίας ποὺ πρέπει νὰ παρέχει ὁ πομπὸς γιὰ νὰ βελτιστοποιηθεῖ ἡ ἀποκωδικοποίηση ἀπὸ τὸν δέκτη. Στὴν περίπτωση τῆς γραφῆς, ὅμως, αὐτὴ ἡ ἰσορροπία ἔρχεται ἀπὸ μόνη της μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου. Ἀκριβῶς, ἡ διαρκὴς καὶ κοινὴ χρήση διὰ μέσου τῶν αἰώνων σταθεροποιεῖ ἕνα σύστημα ἐπικοινωνίας, καὶ τὸ κάνει συστατικὸ τῆς ψυχῆς μιᾶς κοινωνίας. Αὐτὸ καὶ ἔγινε μὲ τοὺς τόνους καὶ τὰ πνεύματα ὅπως τὰ γνωρίζουμε, στὰ ὁποῖα κατέληξε ἡ ἑλληνικὴ γραφὴ μετὰ ἀπὸ συνεχὴ χρήση 17 αἰώνων. Τὴ φυσικὴ αὐτὴ ἰσορροπία ἦρθε νὰ διαταράξει τὸ μονοτονικό, «χάριν τῆς προόδου», βασιζόμενο στὴν τελείως λανθασμένη ἄποψη ὅτι ἡ γραφὴ εἶναι ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο ἀναπαράσταση τοῦ προφορικοῦ λόγου καὶ ἄρα ὁτιδήποτε μὴ «φωνητικὸ» εἶναι αὐτόματα ἄχρηστο. Τὸ συνηθισμένο ἐπιχείρημα τῶν μονοτονιστῶν ποὺ λέει ὅτι «στὰ γαλλικὰ οἱ τόνοι χρησιμεύουν διότι τὰ τονισμένα φωνήεντα προφέρονται διαφορετικά, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν συμβαίνει στὰ ἑλληνικὰ» βασίζεται σὲ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν λανθασμένη ἀντίληψη. Σίγουρα οἱ τόνοι στὰ γαλλικὰ εἶναι ἄλλου τύπου ἀπὸ τοὺς ἑλληνικούς, ἀλλὰ γεγονὸς εἶναι ἐπίσης ὅτι οἱ τόνοι (τὰ «διακριτικὰ σημεῖα») καὶ τῆς ἑλληνικῆς καὶ τῆς γαλλικῆς χρησιμεύουν ἐπίσης στὸν γραπτὸ λόγο γιὰ νὰ ἐπιταχύνουν τὴν εὐκολότερη ἀναγνώριση τῶν λέξεων, τῆς μορφολογίας καὶ τῆς σύνταξής τους. Ἄλλωστε, ἕνα τέτοιο ἐπιχείρημα ἔχει καὶ τὰ ὅριά του: τὰ γαλλικὰ ἔχουν γράμματα ποὺ δὲν προφέρονται, τὰ ἀγγλικά, ποὺ θεωροῦνται «εὔκολη» γλῶσσα, δὲν σημειώνουν τοὺς τόνους καὶ ἔχουν προφορὰ συχνὰ ἀπρόβλεπτη, τὰ ἰαπωνικὰ χρησιμοποιοῦν κινεζικὰ ἰδεογράμματα τόσο μὲ τὴν προϋπάρχουσα τῆς γραφῆς ἰαπωνικὴ προφορὰ ὅσο καὶ μὲ τὴν κινεζικὴ προφορὰ ποὺ εἰσήχθη ταυτόχρονα μὲ τὴν γραφὴ καὶ ποὺ εἶναι ὅλως διόλου διαφορετική, τὰ ρώσσικα ἀλλάζουν τὸ ο σὲ α ὅταν δὲν τονίζεται ἀλλὰ δὲν σημειώνουν τὸν τονισμό, κ.λπ.

Τὸ θέμα τῆς «χρησιμότητας» τῶν τόνων εἶναι ὕποπτο, ἂν ὄχι καὶ ἐπικίνδυνο.

  1. Πρῶτο, γιατὶ δὲν εἶναι σίγουρο πὼς ἡ χρησιμότητα εἶναι, ἐπιστημολογικὰ τουλάχιστον, ἕνα χρήσιμο ἐπιχείρημα (μπορεῖ κανεὶς εὔλογα νὰ ρωτήσει γιατί, ἄραγε, νὰ χρειάζεται ἡ χρησιμότητα!).
  2. Δεύτερο, δὲν εἶναι σίγουρο πὼς χρησιμότητα σημαίνει καὶ οἰκονομία τῶν ἐπικοινωνιακῶν στοιχείων· μπορεῖ κανεὶς νὰ παραθέσει ἀμέτρητα παραδείγματα ὅπου ὑπάρχει πολλαπλασιασμὸς τῶν στοιχείων τοῦ κώδικα ἐπικοινωνίας, χρησιμεύοντας, ἀκριβῶς στὸ νὰ καταστεῖ εὐκολώτερη, ἀποτελεσματικότερη καὶ βεβαιότερη ἡ ἐπικοινωνία (τὰ ἄρθρα δὲν χρειάζονται πάντα (ὑπάρχουν γλῶσσες ποὺ ἔχουν μόνον ἕνα, ὅπως ἡ ἀγγλική), ἡ συμφωνία στὸν ἀριθμὸ ἢ στὶς καταλήξεις εἶναι συχνὰ περιττές (στὴν ἁπλὴ φράση, γιὰ παράδειγμα : «τὰ παιδιὰ παίζουν», ἔχουμε ἐπανάληψη τοῦ σημείου τοῦ πληθυντικοῦ τρεῖς φορές: στὸ ἄρθρο, στὸ οὐσιαστικὸ καὶ στὸ ρῆμα!)· θὰ μποροῦσε κανείς, μὲ γνώμονα πάντα τὴν χρησιμότητα/οἰκονομία νὰ προτείνει νὰ γράφουμε (καὶ νὰ λέμε) «τὰ παιδὶ παίζει» ἢ «τὸ παιδιὰ παίζει» ἢ «τὸ παιδὶ παίζουν»· ἡ ἀττικὴ σύνταξη κάποτε ἀνεχόταν «τὰ παιδία παίζει») κ.λπ. Στὸ γνωστικὸ ἐπίπεδο γνωρίζουμε μάλιστα πὼς ὁ ἐγκέφαλός μας εἶναι κατ᾿ ἐξοχὴν ὄργανο ποὺ στηρίζει τὴν σταθερότητα τῶν λειτουργιῶν του ἀκριβῶς στὸν πλεονασμό, τὸν πολλαπλασιασμὸ τῶν ἐναλλακτικῶν σεναρίων κατανόησης καὶ ἀπόκρισης, στὴν ἐπαλληλία τῶν ἐκδοχῶν (redondance). Καὶ εὐτυχῶς. Οἱ τόνοι, ἀκόμη καὶ στὴν ὑποτιθέμενη «φωνολογικὴ ἀχρηστία» τους φέρουν στοιχεῖα ἐνδυνάμωσης τῆς δομικῆς σταθερότητας τῆς γλώσσας.
  3. Τρίτο, ἂν πράγματι ἡ χρησιμότητα εἶναι τόσο βασικὸ ἐπιχείρημα γιὰ τὴν κατάργηση τῶν τόνων καὶ ἴσως καὶ τῶν πνευμάτων, ἀναρωτιέται δίκαια κάποιος μέχρι ποιόν βαθμὸ μποροῦμε νὰ τὴν νομιμοποιήσουμε (καὶ ὄχι μόνον στὴ γλώσσα, ἄλλωστε). Πολλοὶ ἔχουν μιλήσει γιὰ τὴν πολλαπλότητα τῶν ι/η/υ/οι/ει, τῶν ω/ο, τῶν ε/αι. Ἀλλὰ γιατί νὰ σταματήσουμε ἐκεῖ; Τὰ διπλᾶ γράμματα δὲν χρειάζονται ἐπίσης (ὑπάρχουν γλῶσσες ποὺ τὰ καταργήσαν μάλιστα, γιὰ ἕνα τέτοιο λόγο, ὅπως τὰ ρουμανικά), οὔτε ἐν πολλοῖς τὰ κεφαλαῖα, ἡ ἄνω τελεία δὲν φαίνεται νὰ εἶναι πιὰ τῆς μόδας...
  4. Τέταρτο, συνήθως τὸ ἐπιχείρημα τῆς χρησιμότητας δὲν ἔχει μόνον ἁπλοποιητικὸ χαρακτήρα. Πράγματι, ἡ χρησιμότητα καὶ ἡ προτεραιότητα τοῦ προφορικοῦ λόγου θὰ ἔπρεπε ὄχι μόνο νὰ μᾶς ὁδηγήσουν σὲ ἁπλουστεύσεις, ἀλλὰ καὶ σὲ ἐπεκτάσεις. Γιὰ παράδειγμα, θὰ πρέπει νὰ εἰσάγουμε ἕνα σίγμα παχύ (ἔτσι ὅπως τὸ συναντᾶμε σὲ πελοποννησιακὴ διάλεκτο), ἀλλὰ καὶ ὅλες τὶς ἐκδοχὲς τῶν φωνημάτων ποὺ συναντᾶμε σὲ διάφορες διαλέκτους τοῦ τόπου μας (καὶ ποὺ δὲν εἶναι λιγότερο ἑλληνικές). Καί, ἐπιπλέον, νὰ προσθέσουμε στὸν γραπτὸ λόγο πλεῖστα ὅσα στοιχεῖα ποὺ νὰ ὑποδηλώνουν τὸν πλοῦτο τῆς προφορικῆς γλώσσας (μελωδία, ἔνταση, ρυθμὸ ἐκφώνησης, μοτίβα ἔμφασης καὶ ἐρώτησης, τονικότητες ποὺ βρίσκουμε σὲ πολλὰ σχήματα λόγου...). Αὐτά, σίγουρα θὰ χρειάζονται!
  5. Πέμπτο, καὶ ἂς τελειώνουμε μ᾿ αὐτό, ἕνα τέτοιο ἐπιχείρημα —τῆς χρησιμότητας— ὁδηγεῖ γρήγορα στὸ ἀνησυχητικὸ ἐρώτημα τῶν ἄκρων. Ἂν τὸ «ρωτώ το άπειρο» εἶναι ἐνδιάμεσο ἀνάμεσα στὶς δύο ἄλλες γραφές, γιατὶ νὰ πιστεύουμε ὅτι ἡ διαδικασία ἁπλοποίησης θὰ σταματήσει στὸ μονοτονικό; Γιατί νὰ σημειώνουμε, τελικά, τοὺς τόνους (πολλὲς γλῶσσες δὲν τοὺς σημειώνουν, ὅπως ἤδη τὸ ἀναφέραμε, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη πολλὰ στοιχεῖα τοῦ προφορικοῦ λόγου δὲν τὰ σημειώνουμε ἔτσι κι ἀλλιῶς γράφοντας); Ἄλλωστε, μία λατινικῆς βάσης γραφὴ γιὰ ὅλη τὴν Εὐρώπη θὰ εἶναι μιὰ οἰκονομικότατη λύση ποὺ θὰ συμβιβάζει τὰ ἀγγλικὰ μὲ τὰ οὑγγρικὰ καὶ τὰ φινλανδικά, τὰ βουλγάρικα μὲ τὰ ἑλληνικὰ καὶ γιατί ὄχι, αὔριο, καὶ τὰ γαλλικὰ μὲ τὰ τουρκικά.

Δυστυχῶς, πολὺ λίγοι ἀπὸ τοὺς στέντορες τῆς προτεραιότητας τῆς προφορικῆς γλώσσας σκέφτηκαν ἐπικοινωνιακὰ καὶ σημειολογικὰ καὶ ὄχι μόνον γλωσσολογικά. Πολὺ λίγοι εἶναι αὐτοὶ ποὺ πρὶν φτάσουν στὸ εὐκολο ζήτημα τῆς χρησιμότητας (ποὺ στὴν οὐσία εἶναι ὁλοκληρωτικὸ ἐργαλεῖο μὲ μορφὴ ἐπιχειρήματος, μιὰ ποὺ θὰ πρέπει κανεὶς νὰ ἀποδείξει τὴν χρησιμότητα μὲ ὅρους ἐμπράγματους, ἄμεσους, ποσοτικούς, καὶ ἀναποκρινόμενους στὴν κοινὴ δόξα τῆς χρησιμότητας) σκέφτηκαν πὼς ὁ γραπτὸς λόγος, ἀκριβῶς γιατὶ ἔχει παράδοση καὶ χρήση καὶ διάδοση, ἀποτελεῖ αὐτόνομο σημειολογικὸ σύστημα ποὺ δὲν ἔχει πιὰ παρὰ λίγα νὰ κάνει μὲ τὸν προφορικὸ λόγο. Σίγουρα ὑστερεῖ σὲ πολλὰ ὡς πρὸς τὸν τελευταῖο· ἀλλὰ καὶ ὁ προφορικὸς ὑστερεῖ ὡς πρὸς τὸν γραπτό. Ἂν ἦταν ἰσοδύναμοι, ἂν ὁ ἕνας δὲν ἔγινε παρὰ γιὰ νὰ ἀναπαραστήσει ἐπακριβῶς τὸν ἄλλο, σίγουρα, μὲ τὸν καιρό, δὲν θὰ ὑπῆρχε παρὰ μονάχα ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς δύο (ὅπως μιὰ γλῶσσα ὑποκαθιστᾶ μιὰν ἄλλη). Ὀρθῶς ὁ Umberto Eco τονίζει πὼς σήμερα, μὲ τὴν χρήση τοῦ διαδικτύου, ὁ ἄνθρωπος ξαναγίνεται γουτεμβέργειος. Οἱ δύο λόγοι, γραπτὸς καὶ προφορικός, ἀναποκρίνονται σὲ διαφορετικὲς ἐπικοινωνιακὲς ἀνάγκες πού, ἀναπτυσσόμενες, κάνουν τοὺς χρῆστες τους νὰ ἀναπτύσσουν αὐτόνομες σημειολογικὲς ἁρμοδιότητες. Μὲ ἄλλα λόγια : σίγουρα ὑπάρχει σχέση ἀνάμεσα στὸν προφορικὸ καὶ τὸν γραπτὸ λόγο· ὅμως τὰ συστήματα εἶναι αὐτόνομα καὶ μπορεῖ κανεὶς νὰ γνωρίζει τὸ ἕνα χωρὶς νὰ ἀναφέρεται στὸ ἄλλο. Μπορῶ νὰ μιλάω καλὰ ἀλλὰ νὰ γράφω ἄσχημα ἢ τὸ ἀντίστροφο, μπορῶ νὰ ξέρω νὰ γράφω ἢ νὰ διαβάζω μιὰ γλῶσσα ἀλλὰ ὄχι καὶ νὰ τὴν μιλάω κ.λπ. (ποιός ἀπὸ μᾶς μιλᾶ, ἄλλωστε, ἀρχαῖα ἑλληνικά;).

Συνοψίζοντας, θὰ λέγαμε πὼς τὸ ἐπιχείρημα τῆς προτεραιότητας τῆς προφορικῆς γλώσσας, ἰδιαίτερα ὅταν τέμνει αὐτὸ τῆς χρησιμότητας, βάζει σὲ παρένθεση τὴν σημειολογικὴ καὶ ἐπικοινωνιακὴ συνθετότητα τοῦ προβλήματος τοῦ γραπτοῦ ἰδιώματος, στὸ ὁποῖο ὅμως στηρίζεται τὸ κάθε ἐπιχείρημα ὑπὲρ ἢ κατὰ τοῦ πολυτονικοῦ.

Ἡ ἱστορικὴ συνέχεια

Οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα ἐπινοήθηκαν τὴν ἐποχὴ ποὺ ἄλλαζε ἡ προφορὰ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας καὶ οἱ γλωσσολόγοι τῆς ἐποχῆς ἤθελαν νὰ συγκρατήσουν μιὰ γραπτὴ ἀπόδοση αὐτῆς τῆς προφορᾶς. Σὲ παλαιότερη ἐποχὴ τοῦ Ἑλλληνισμοῦ, τὸ τελικὸ Ω τοῦ ρήματος ΕΡΩΤΩ προφερόταν διαφορετικὰ ἀπὸ αὐτὸ τοῦ ὀνόματος ΕΡΑΤΩ. Αὐτὴ τὴ διαφορὰ εἰσήγαγαν στὴ γραφὴ οἱ ἐπινοητὲς τῶν τόνων γράφοντας ῶ στὴ πρώτη περίπτωση καὶ ὼ ἢ ώ στὴ δεύτερη. Ὅσο γιὰ τὴ δασεία, αὐτὴ ἦταν οὐσιαστικὰ ἕνα γράμμα ποὺ προφερόταν παλαιότερα πάνω-κάτω ὅπως τὸ γερμανικὸ h (καὶ γραφόταν Η). Ὅταν ἔπαψε νὰ προφέρεται, ἄρχισε νὰ χρησιμοποιεῖται ἡ δασεία σὰν πιὸ διακριτικὸς τρόπος γιὰ νὰ σημειωθεῖ ἡ θέση τοῦ Η. Ἡ δὲ ψιλὴ ἦταν τὸ συμμετρικὸ τῆς δασείας: ἡ ἔλλειψη τοῦ παλαιότερου Η. Ἡ ἐπινόηση τῆς ψιλῆς ἦταν σοφὴ ἰδέα: ἂν ὑπῆρχε μόνο δασεία θὰ δινόταν ὑπερβολικὴ σημασία στὸ γράμμα ποὺ ἀντικαθιστοῦσε· μέσα ἀπὸ τὴ συμμετρία ψιλὴ/δασεία τὸ μάτι βλέπει πάντα ἕνα πνεῦμα ποὺ τοῦ ἐπιτρέπει νὰ ἀναγνωρίσει ἀμέσως τὸ ἀρχικὸ φωνῆεν ἢ τὴν ἀρχικὴ δίφθογγο μιᾶς λέξης καί, ταυτόχρονα, μὲ πιὸ διακριτικὸ τρόπο, μαθαίνει ἂν ἡ λέξη ξεκινοῦσε παλαιότερα ἀπὸ Η, δηλαδὴ «δασυνόταν».

Χρησιμοποιώντας τόνους καὶ πνεύματα ἐπὶ τόσους αἰῶνες, ὁ ἑλληνικὸς λαὸς μετέφερε μέσα στὸν χρόνο τὸ γλωσσικὸ ἦθος μιᾶς παράδοσης. Εἶναι λοιπὸν τὰ σημεῖα αὐτὰ μιὰ γέφυρα ποὺ μᾶς συνδέει μὲ ἕνα ἀπώτερο παρελθόν. Ἕνα παρελθὸν ποὺ τυχαίνει νὰ εἶναι ἀρκετὰ ἔνδοξο, τουλάχιστον αὐτὸ πιστεύει ὅλος ὁ δυτικὸς κόσμος. Μπορεῖ ὁ Νεοέλληνας νὰ μὴν ἐνδιαφέρεται ἄμεσα γιὰ αὐτὸ τὸ παρελθόν, ἀφοῦ οἱ ἀντιξοότητες τῆς σημερινῆς ζωῆς εἶναι σίγουρα πολὺ καθοριστικὲς γιὰ τὴν ζωή του. Ἀλλὰ δὲν ἔχουμε τὸ δικαίωμα, ἀπὸ ἄγνοια, ραθυμία ἢ πολιτικὴ παραπλάνηση, νὰ στερήσουμε τὶς μελλοντικὲς γενεὲς ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν γέφυρα ποὺ τὶς συνδέει μὲ τὸ παρελθόν.

Ὁ Κεμὰλ Ἀτατοὺρκ κατάργησε τὸ ἀραβικὸ ἀλφάβητο τῆς ὀθωμανικῆς γλώσσας ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἤθελε νὰ διακόψει τὴν ἱστορικὴ καὶ πολιτιστικὴ σχέση τῆς σύγχρονης Τουρκίας μὲ τὸ Ἰσλὰμ καὶ τὴν Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία. Ὑπάρχει ἀνάγκη ἡ σύγχρονη Ἑλλάδα νὰ «ξεκόψει» ἀπὸ τὴν ἀρχαία καὶ ἀπὸ τὴν φιλολογικὴ παράδοσή της; Ἂν ναί, τότε πράγματι μπορεῖ κανεὶς νὰ δεῖ τὸ μονοτονικὸ σὰν τὸ πρῶτο βῆμα τῆς ἀνθελληνοποίησης καὶ τὴν στροφὴ πρὸς ἕνα γνωστὸ ἤδη τῦπο διεθνισμοῦ καὶ παγκοσμιοποιημένης κουλτούρας. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, σὲ κράτη ὅπως ἡ Γαλλία, οἱ πολιτικοὶ δὲν ἔχουν δικαιοδοσία πάνω στὴν γλῶσσα, γιὰ τὴν ὁποία, κύρια, γνωμοδοτεῖ ἡ Ἀκαδημία, καὶ ποὺ μὲ τὴν στάση της γίνεται καὶ ὁ φύλακας τῆς γλωσσικῆς (καὶ ὄχι μόνον) παράδοσης.

Οἱ γλωσσολόγοι τοῦ 200 π.Χ. δὲν ἦταν πιὸ ρομαντικοί, ἰδεαλιστές, ἢ πατριῶτες ἀπὸ τοὺς σύγχρονους. Ἂν κράτησαν ἕνα ἀποτύπωμα τῆς παλαιᾶς προφορᾶς μέσω τοῦ τεχνάσματος τῶν τόνων καὶ πνευμάτων ἦταν ἐπειδὴ αὐτὴ ἡ πληροφορία ἦταν ἄκρως χρήσιμη γιὰ τὴν κατανόηση τοῦ γραπτοῦ λόγου. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ δὲν ἔπαψε νὰ ἰσχύει τοὺς τελευταίους 20 αἰῶνες καὶ ἰσχύει ἀκόμα σήμερα.

Ὁ σεβασμὸς πρὸς τὶς μεγάλες μορφὲς

Ἡ Ἑλληνικὴ γλώσσα σφυρηλατήθηκε ἀπὸ μεγάλες μορφές: λογοτέχνες, ποιητές, Δασκάλους τοῦ Γένους. Κανεὶς δὲν ἀμφισβητεῖ τὴν ἀξία λογοτεχνῶν ὅπως ὁ Σεφέρης, ὁ Ἐλύτης, ὁ Ρίτσος, ποὺ ἐννοοῦσαν τὸν κόσμο μέσα ἀπὸ τὸ ἴδιο γλωσσικὸ ἰδίωμα μὲ μᾶς. Καὶ ὅμως οἱ σύγχρονοι Ἕλληνες συνειδητὰ θέλουν νὰ ἀγνοοῦν ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, καὶ τόσοι ἄλλοι, νεώτεροι ἀλλὰ καὶ ἀρχαιότεροι, τάχθηκαν ὑπὲρ τῶν τόνων καὶ πνευμάτων. Εἶναι δυνατὸν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ νὰ ἦταν μεγαλοφυεῖς ὅσον ἀφορᾶ στὴ λογοτεχνία καὶ τὴν ποίηση καὶ ταυτόχρονα ἀφελέστεροι καὶ ἀνευθυνότεροι ἀπὸ τὸν μέσο σύγχρονο Ἕλληνα ὅσον ἀφορᾶ τὴ γλώσσα; Μήπως, ὅταν μᾶς βολεύει, τοὺς ἐξυμνοῦμε, ἀλλιῶς τοὺς ἀπορρίπτουμε; Ἡ ἄποψη ἑνὸς κορυφαίου τεχνίτη τοῦ λόγου δὲ θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχει μεγαλύτερο βάρος ἀπὸ τὴ γνώμη ἑνὸς πολιτικάντη ἢ ἑνὸς ἐμπόρου ἐντύπων;

Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτοί. Ἡ πρόσβαση στὰ κείμενα αὐτῶν ποὺ κατὰ τ᾿ ἄλλα ἀποτελοῦν τὰ διαχρονικὰ σύμβολα τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ γίνεται δυσκολότερη. Πράγματι, ἡ ἀναγνωσιμότητα τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν μειώνεται, μιὰ ποὺ καταντοῦν σχεδὸν ξένη γλῶσσα ἀκόμη καὶ γιὰ τοὺς ἕλληνες. Ἡ ἁπλοποίηση ἀποδεικνύεται, χρόνο μὲ τὸν χρόνο μονάχα ἁπλούστευση, πού, φτωχαίνοντας τὴ σχέση μας μὲ τὴν ἱστορία τῆς γλώσσας μας, μᾶς ἀποκόβει ἀπὸ τὴν παράδοσή μας τὴν ἴδια. Κατὰ παράδοξο τρόπο, τὰ πολυτονικὰ ἑλληνικὰ συνεχίζουν νὰ ζοῦν ἀτάραχα ἐκτὸς Ἑλλάδος, ὅπου ξένοι φοιτητὲς καὶ ἐραστὲς τοῦ πνεύματος τοῦ ἑλληνικοῦ δὲν διανοοῦνται νὰ διαβάσουν, νὰ γράψουν ἢ νὰ τυπώσουν μονοτονικά! (Μήπως —νὰ ἐπανέλθουμε λίγο καὶ πάλι— τὰ Ἐλγίνεια πρέπει νὰ παραμείνουν ἐκεῖ ὅπου τυπώνονται οἱ ἐκδόσεις τῆς Ὀξφόρδης οἱ ὁποῖες δὲν ἔχουν ἀκόμα βρεῖ ἐγχώριο ἕλληνα ἀνταγωνιστή τους, καὶ ὄχι νὰ ἔλθουν σὲ μιὰ ὑποκρινόμενη τὸ ἑλληνικὸ ἦθος μονοτονικὴ Ἑλλάδα;)

Ἡ σύνθεση τῶν λέξεων

Ἡ Ἑλληνικὴ γλώσσα ἀνέκαθεν χρησιμοποιοῦσε τὴ μέθοδο τῆς σύνθεσης τῶν λέξεων γιὰ νὰ ἐκφράσει, μὲ τρόπο σύντομο καὶ ἀκριβή, ἔννοιες καὶ νοήματα. Χάρη στὴν δασεία, ὁ Ἕλληνας ἤξερε ἂν ἀλλοιώνεται ἢ ὄχι τὸ σύμφωνο τοῦ πρώτου συνθετικοῦ: ἐφάμιλλος ἀλλὰ ἐπακριβής, καθημερινὴ ἀλλὰ κατήχηση. Ἡ κατάργηση τῆς δασείας δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ἔχει δύο συνέπειες γιὰ τὸν μονοτονίζοντα Νεοέλληνα: (α) τὴν ἀποφυγὴ δημιουργίας νέων συνθέτων λέξεων, (β) τὴν λανθασμένη σύνθεση λέξεων (ὅπως πενταήμερη ἀντὶ γιὰ πενθήμερη, ἐνῶ συνεχίζουμε νὰ λέμε δεκαπενθήμερη). Καὶ στὶς δύο περιπτώσεις τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ἡ σοβαρὴ πτώχευση τῆς γλώσσας. Ἐκτὸς αὐτοῦ ἡ ἀπουσία ἐκμάθησης τῆς δασείας ὁδηγεῖ στὴν ἀδυναμία ἀναγνώρισης τῶν συνθέτων λέξεων: πῶς μπορεῖ κάποιος ποὺ δὲν διδάχτηκε ποτὲ τὴν δασεία νὰ διακρίνει ὅτι ἡ λέξη ἐφάμιλλη παράγεται ἀπὸ τὸν σύνδεσμο ἐπὶ καὶ τὸ οὐσιαστικὸ ἅμιλλα; Στερώντας τὸν κάθε Ἕλληνα ἀπὸ τὴν δυνατότητα νὰ ἐτυμολογήσει τὶς λέξεις καταλήγουμε στὴν λυπηρὴ ἀντίληψη ὅτι ἡ γλώσσα εἶναι ἀντικείμενο μελέτης τῶν γλωσσολόγων καὶ μόνο, καὶ ὅτι ἀρκεῖ γιὰ τὸν μέσο Ἕλληνα νὰ ἔχει κάποιες ἐλάχιστες γνώσεις πάνω στὴν γλώσσα του ποὺ νὰ τοῦ ἐπιτρέπουν νὰ συνεννοεῖται στὶς καθημερινές του συναλλαγές, καὶ τίποτ᾿ ἄλλο. Ἀπομακρύνοντας τὸν μέσο Ἕλληνα ἀπὸ τὴν κατανόηση τῶν μηχανισμῶν τῆς γλώσσας του ἐλαττώνουμε τὶς πιθανότητες ἐπιβίωσής της μπροστὰ στὴν ὁλοένα αὐξανόμενη πίεση τῶν ξένων, πρακτικὰ καὶ ποσοτικὰ ἰσχυροτέρων, γλωσσῶν.

Ἡ ποιότητα ζωῆς

Τὸ ἆγχος καὶ ἡ πολυπλοκότητα τῆς σύγχρονης ζωῆς μᾶς σπρώχνουν νὰ ἀσχολούμαστε συχνὰ μόνο μὲ τὰ τελείως ἀπαραίτητα γιὰ τὴν ἐπιβίωση. Εἶναι ὅμως ζωτικὴ ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀναζητεῖ μιὰν ποιότητα ζωῆς ποὺ ἀντισταθμίζει τὸ στρὲς τῆς καθημερινότητας. Εἴτε στὸ φαγητὸ ποὺ τρῶμε, στὸ χῶρο ποὺ ζοῦμε καὶ ἐργαζόμαστε, στὴν ἔνδυσή μας, στὰ θεάματα ποὺ βλέπουμε, στὰ ἄτομα ποὺ συναναστρεφόμαστε, ἀναζητᾶμε τὸ ποιοτικὰ καλύτερο. Τὸ πολυτονικὸ προσφέρει αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν ποιότητα στὸ ἐπίπεδο τῆς γλώσσας. Σὲ μιὰν ἐποχὴ ὅπου ὅλα πρέπει νὰ εἶναι γρήγορα καὶ ἀποδοτικά, ἡ χρήση τῶν ἐκ πρώτης ὄψεως περιττῶν τόνων καὶ πνευμάτων εἶναι μιὰ ἀνάπαυλα, μιὰ δόση φαντασίας ποὺ μᾶς κάνει περισσότερο ἀνθρώπους καὶ λιγότερο μηχανές. Εἶναι ἀκόμη μιὰ ἄσκηση αἰσθητικῆς καὶ μιὰ θεληματικὴ ἐγρήγορση ἀπέναντι σ᾿ ἕναν κόσμο ποὺ ἐπιμένουμε νὰ τὸν θέλουμε. Οἱ κάποιες στιγμὲς ποὺ θὰ χρειαστοῦμε, λόγου χάρι, γιὰ νὰ βροῦμε ἂν μιὰ λέξη δασύνεται, εἴτε κοιτάζοντας στὸ λεξικὸ εἴτε συμβουλευόμενοι κάποιο ἄλλο ἄτομο, μᾶς μεταφέρουν ἀπὸ τὸ ἄμεσο παρὸν στὴ διαχρονικότητα τῆς γλώσσας μας. Καὶ ἡ διαχρονικότητα εἶναι τὸ κλειδὶ τῆς ψυχικῆς ἰσορροπίας τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου ποὺ ἔχει νὰ ἀντιμετωπίσει τὴν καλπάζουσα παγκοσμιοποίηση, τὴν ἰλιγγιώδη ἐξέλιξη τῶν τεχνολογιῶν, τὰ ἀνελέητα ΜΜΕ, κ.λπ. Οἱ ἔμποροι τῆς εὐεξίας καὶ τῆς κρίσης ταυτότητας μᾶς πουλᾶνε σοφρολογίες, βιολογικὰ τρόφιμα, οἰκολογικοὺς τρόπους ζωῆς καὶ ἰδεολογίες new age γιὰ νὰ βροῦμε τὴν περιπόθητη (καὶ ἀκριβοπληρωμένη) αὐτὴ ψυχικὴ ἰσορροπία. Κι ὅμως ἡ φροντίδα τῆς γλώσσας ποὺ μιλᾶμε καὶ γράφουμε εἶναι ἕνα ἐξίσου καλὸ —ἂν ὄχι καλύτερο— φάρμακο, τελείως δωρεὰν καὶ δίχως παρενέργειες. Καὶ αὐτὸ γιατὶ ὁ τρόπος ποὺ ἀντιλαμβανόμαστε τὸν κόσμο μέσα στὸν ὁποῖο ζοῦμε εἶναι ἀλληλένδετος μὲ τὴν γλώσσα ὅπου σκεπτόμαστε, μιλᾶμε καὶ γράφουμε. Τὰ ὅρια τοῦ κόσμου μας εἶναι αὐτὰ ἀκριβῶς τὰ ὅρια τῆς γλώσσας μας. Ὅσο πιὸ φτωχή, συγκεχυμένη καὶ ἀσυνάρτητη εἶναι ἡ γλώσσα μας, τόσο πιὸ φτωχή, συγκεχυμένη καὶ ἀσυνάρτητη εἶναι ἡ ζωή μας. Ὀμορφαίνοντας τὴν γλώσσα, οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα ὀμορφαίνουν τὴν ζωή μας.

Σημείωση: Ἡ γραφὴ τῶν ξένων λέξεων καὶ ὀνομάτων στὰ ἑλληνικὰ

Σημειώνουμε παρεμπιπτόντως ἕνα φαινόμενο τὸ ὁποῖο δὲν συνδέεται παρὰ ἔμμεσα μὲ τὴν χρήση τοῦ πολυτονικοῦ. Πρόκειται γιὰ τὴν γραφὴ τῶν ξενόγλωσσων λέξεων (ὀνομάτων, τοπονυμιῶν, κ.λπ.) στὰ ἑλληνικά. Μέχρι πρότινος χρησιμοποιεῖτο μία μέθοδος γραφῆς τῶν ξένων λέξεων ὅπου —ὄχι πάντα, ἀλλὰ σὲ πολλὲς περιπτώσεις— φαινόταν ἂν ἕνα φωνῆεν προφέρεται μακρὸ ἢ βραχύ στὸ ἑκάστοτε ξένο φωνητικὸ σύστημα. Χαρακτηριστικὰ παραδείγματα: ὁ Σαίξπηρ (ὁπου καὶ τὸ αι καὶ τὸ η εἶναι μακρά: Shakespeare) καὶ τὸ τέννις (ὁπου τὸ ε καὶ τὸ ι εἶναι βραχέα: tennis)· ὁ Λῶρενς (ὅπου τὸ ω εἶναι μακρό: Laurence) καὶ ἡ Λορραίνη (ὅπου τὸ ο εἶναι βραχὺ καὶ τὸ αι μακρό: Lorraine). Ὅπως ὅταν γράφουμε Ζὺλ γιὰ τὸ Jules καὶ Ζὶλ γιὰ τὸ Gilles δίνουμε μία παραπάνω πληροφορία πάνω στὴν πραγματικὴ προφορὰ τῶν ὀνομάτων αὐτῶν —ἀκόμα καὶ ἂν τὸ γαλλικὸ u δὲν ἀνήκει στὴν ἑλληνικὴ φωνολογία καὶ ἂν τὸ ὕψιλον προφέρεται στὴ γλώσσα μας ἀκριβῶς ὅπως τὸ ἰῶτα—, ἔτσι γράφοντας Γκαῖτε ὁ Ἕλληνας ἀναγνώστης καταλάβαινε ὅτι ἡ πρώτη συλλαβὴ πρέπει νὰ προφερθεῖ μακρὰ καὶ ἡ δεύτερη βραχεία. Ἐπρόκειτο δηλαδὴ γιὰ «νεκρανάσταση» τῆς ἀρχαιοελληνικῆς ἰδιότητας τοῦ μήκους τῶν συλλαβῶν —καὶ τῆς ἀρχαιοελληνικῆς προφορᾶς τοῦ ὕψιλον σὰν γαλλικὸ u— μὲ σκοπό τὴν ἀναπαράσταση τῆς ξενόγλωσσης προφορᾶς χρησιμοποιώντας ἑλληνικὰ γραφήματα. Σὲ πολλὲς περιπτώσεις ἡ ἑλληνικὸς δίφθογγος ἐπέζησε καὶ στὴν ἴδια τὴν ξένη γλώσσα: ὁ Βολταῖρος ἢ ὁ Μποντελαὶρ γράφονται μὲ αι γιατὶ καὶ στὰ γαλλικὰ τὸ ai τοῦ Voltaire καὶ τοῦ Baudelaire ὑποδηλώνει ὅτι ἡ συλλαβὴ εἶναι μακρά. Οἱ μονοτονιστὲς βέβαια θέλοντας νὰ μᾶς ἀπομακρύνουν ὅσο γίνεται ἀπὸ τὰ μακρὰ καὶ βραχέα φωνήεντα μᾶς ζητοῦν σήμερα νὰ γράφουμε ὅλα τὰ ξενόγλωσσα ε μὲ ἔψιλον: ὁ Σέξπιρ γράφεται ὅπως καὶ τὸ σέξ (ὁπου τὸ ε ὄντως εἶναι βραχύ), Βολτέρος, Μποντελὲρ, κ.λπ. Εἶναι εἰρωνεία ἡ ἑλληνικὴ δίφθογγος αι νὰ διασώθηκε στὰ ὀνόματα τῶν δύο αὐτῶν μεγάλων Γάλλων καὶ νὰ τὴν ἀπορρίπτουμε ἐμεῖς...

Πηγή: Κίνηση πολιτών για την επαναφορά του πολυτονικου συστήματος

http://www.polytoniko.org/

Γιατί ἐμμένω στὸ πολυτονικὸ σύστημα τονισμοῦ


[Τοῦ Γρηγορίου Σηφάκη, ὁμότιμου καθηγ. Ἀρχ. Ἑλληνικῆς Φιλολογίας τοῦ Πανεπ. Θεσσαλονίκης & τοῦ Πανεπ. Νέας Ὑόρκης (Ἰανουάριος 2007). Μολονότι ὁ καθ. Σηφάκης δὲν εἶναι μέλος τῆς Κίνησης Πολιτῶν γιὰ τὴν Ἐπαναφορά τοῦ Πολυτονικοῦ Συστήματος, ἀνταποκρίθηκε στὴν πρόσκλησή μας νὰ ἐκθέσει σὲ κείμενό του τοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους δὲν υἱοθέτησε ποτὲ τὸ μονοτονικὸ σύστημα, ἀλλὰ ἐξακολουθεῖ νὰ γράφει πολυτονικά (καὶ μάλιστα χωρὶς τὶς ἁπλουστεύσεις τῆς Γραμματικῆς Τριανταφυλλίδη, τὶς ὁποῖες θεωρεῖ περιττὲς μετὰ τὴν κατάργηση τῶν τόνων καὶ πνευμάτων στὴν ἐκπαίδευση). Εὐχαρίστως φιλοξενοῦμε τὸ δοκίμιο ποὺ μᾶς ἔστειλε.]

Μιὰ σύντομη—ὅσο καὶ ἀκριβής—ἀπάντηση θὰ ἦταν: ἐπειδὴ τὰ πνεύματα καὶ οἱ τόνοι ἀποτελοῦν ὀργανικὸ μέρος τῆς ἑλληνικῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας ἐδῶ καὶ 22 αἰῶνες· καὶ ἡ ἱστορικὴ ὀρθογραφία εἶναι, μὲ τὴ σειρά της, ἀναπόσπαστο μέρος τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ στὸν βαθμὸ ποὺ ὁ γραπτὸς λόγος ἦταν ἐπὶ μακρὸν στὸ παρελθόν—καὶ εἶναι—τὸ κύριο μέσο δημόσιας ἐπικοινωνίας καὶ λογοτεχνικῆς ἔκφρασης.

Γιὰ νὰ γίνει σαφέστερη ἡ σχέση γραφῆς καὶ πολιτισμοῦ, ἀρκεῖ νὰ ἀναλογιστεῖ κανεὶς τὰ 3.000 κινεζικὰ ἰδεογράμματα (κατ᾿ ἐλάχιστον), ἢ τὸν συνδυασμὸ ἰδεογραμμάτων καὶ συλλαβογραμμάτων ποὺ χρησιμοποιοῦν οἱ Ἰάπωνες. Ἀκόμα κι ὅταν ἕνας ἀπόλυτος κυρίαρχος τῆς πολιτικῆς, ὅπως ὁ Μάο Ζεντόγκ, ἐπεχείρησε νὰ εἰσαγάγει τὸ λατινικὸ ἀλφάβητο στὴν ἀχανῆ του χώρα (μετὰ τὸν Βʹ Παγκόσμιο πόλεμο καὶ τὴν ἑδραίωση τῆς ἐξουσίας του) μὲ σκοπὸ νὰ διευκολύνει τὸν ἐκμοντερνισμό της, ἀναγκάστηκε ἀπὸ τὴν καθολικὴ ἀντίδραση ποὺ συνάντησε ἐκ μέρους ἐκπαιδευτικῶν καὶ διανοουμένων νὰ ἀποσύρει τὴν ἐπαναστατικὴ καινοτομία του. Πρᾶγμα ποὺ δὲν ἐμπόδισε φυσικὰ τὴν ἐπιστημονική, τεχνολογικὴ καὶ οἰκονομικὴ ἀνάπτυξη τῆς Κίνας, τῆς ὁποίας σήμερα εἴμαστε ὅλοι μάρτυρες. Ἐνῶ ἡ ἀντικατάσταση τοῦ ἀραβικοῦ ἀλφαβήτου ἀπὸ τὸ λατινικὸ κάθε ἄλλο παρὰ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὸν ἐξευρωπαϊσμὸ τῆς Τουρκίας, ὅπως ἐπεδίωκε τὸ 1928 ὁ Κεμὰλ Ἀτατούρκ.

Τὰ ἱστορικὰ αὐτὰ μαθήματα διέφυγαν τῆς προσοχῆς τοῦ Ἀνδρέα Παπανδρέου καὶ τῶν συμβούλων του ὅταν, ἀφοῦ κέρδισαν τὶς ἐκλογὲς τοῦ 1981, θεώρησαν ὅτι θὰ ἔδιναν μεγάλη ὤθηση στὴν ἑλληνικὴ ἐκπαίδευση μὲ τὴν κατάργηση τῶν τόνων καὶ τῶν πνευμάτων. Τότε ὅμως εἶχε πιὰ ἐκλείψει ὁ λόγος ποὺ παλαιότερα ἔκανε τοὺς δημοτικιστὲς νὰ ζητοῦν τὴν κατάργησή τους—ὡς μέρος τῆς στρατηγικῆς τους ἐναντίον τῆς καθαρεύουσας—, ἀφοῦ τὸ Σύνταγμα του 1976 εἶχε ἀφαιρέσει ἀπὸ τὴν καθαρεύουσα τὸ ὑποστήριγμα τῆς ἐπίσημης γλώσσας τοῦ κράτους, καταδικάζοντάς την ἔτσι σὲ ἀναπόδραστο θάνατο.

Δυστυχῶς ἔκτοτε ἡ ἑλληνομάθεια (γενικότερα, ὄχι μόνο ἡ ἀρχαιομάθεια) βρίσκεται σὲ ἐλεύθερη πτώση, ὅπως συμβαίνει καὶ μὲ τὸ ἐπίπεδο τῶν σπουδῶν σὲ μέση καὶ ἀνώτατη ἐκπαίδευση, καὶ τὸ κατὰ γενικὴ ὁμολογία χαμηλὸ ἐπίπεδο τῶν νέων φοιτητῶν ποὺ εἰσάγονται στὰ ΑΕΙ τὰ τελευταῖα χρόνια—ἂν καὶ θὰ ἦταν ἀσφαλῶς μεγάλη ὑπερβολὴ νὰ ἀποδώσει κανεὶς τὸ μεῖζον αὐτὸ κοινωνικὸ πρόβλημα στὴν κατάργηση τῶν τόνων. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ἡ μεταρρύθμιση τοῦ τονικοῦ συστήματος τῆς ἑλληνικῆς δὲν ἔχει μικρὴ συμμετοχὴ στὴν παρακμὴ τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ μας συστήματος κατὰ τὰ τελευταῖα 25 χρόνια, καθὼς ἐνίσχυσε τὴ φυσικὴ τάση τῶν παιδιῶν γιὰ ἐλάσσονα προσπάθεια καὶ τὴ γενικὴ τάση τῶν σύγχρονων Ἑλλήνων γιὰ περιφρόνηση νόμων καὶ κανόνων, εἴτε πρόκειται γιὰ τὸν κώδικα ὁδικῆς κυκλοφορίας, εἴτε γιὰ τὸν κώδικα τῆς πολεοδομίας, τὴν καταπάτηση τῶν δασῶν, κοκ. (χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνει ὅτι τὸ κράτος δὲν ἔχει τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς εὐθύνης γιὰ τὰ φαινόμενα αὐτά). Ἐπειδὴ μάλιστα τὸ ἁπλοϊκὸ καὶ ἀνεπαρκὲς μονοτονικὸ σύστημα ποὺ καθιερώθηκε στὰ σχολεῖα δὲν εἶχε λογικὴ καὶ συνέπεια (ὅπως εἶχαν τὰ συστήματα ποὺ εἶχαν προταθεῖ ἢ ἐφορμοστεῖ παλαιότερα ἀπὸ φιλολόγους τοῦ μεγέθους τῶν Ἰ. Θ. Κακριδῆ, Λίνου Πολίτη, Θρ. Σταύρου…), γρήγορα ἀγνοήθηκε ἀπὸ διδάσκοντες καὶ διδασκομένους, μὲ ἀποτέλεσμα οἱ δεύτεροι νὰ καταλήξουν νὰ γράφουν σχεδὸν χωρὶς τόνους, καὶ οἱ πρῶτοι νὰ μὴ διορθώνουν τὰ “λάθη” τῶν μαθητῶν. Ἔτσι λοιπόν, γιὰ χάρη μιᾶς πρόσκαιρης παιδαγωγικῆς διευκόλυνσης στὰ πρῶτα χρόνια τοῦ σχολείου, τὰ παιδιὰ ἄρχισαν νὰ ἐξοικειώνονται ἐξ ἁπαλῶν ὀνύχων μὲ τὴν ἀντιπαιδαγωγικὴ ἰδέα ὅτι περίπου ὅλα ἐπιτρέπονται καὶ τὰ λάθη σπανίως τιμωροῦνται.

Τὸ μέγεθος τῆς ζημιᾶς ὅμως ἦταν πολὺ μεγαλύτερο: ἐπειδὴ ἡ υἱοθέτηση τοῦ μονοτονικοῦ ἔγινε λίγα χρόνια μετὰ τὴν κατάργηση τοῦ μαθήματος τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν ἀπὸ τὸ γυμνάσιο (μὲ τὴν ἐκπαιδευτικὴ μεταρρύθμιση τοῦ 1976), ἡ κατάργηση τῶν τόνων ἔσπασε ἄλλον ἕνα κρίκο ἀπὸ ἐκείνους ποὺ συνέδεαν τὴ νεοελληνικὴ ἐκπαίδευση μὲ τὸ μέγιστο παιδευτικὸ ἰδεῶδες τῆς κλασικῆς παιδείας καὶ τῆς προσέγγισής της μέσα ἀπὸ τὰ ἔργα τῶν ἀρχαίων συγγραφέων. Διαφημίστηκε, βέβαια, τότε ἡ εἰσαγωγὴ τῶν μεταφράσεων στὴ μέση ἐκπαίδευση, ἡ ὁποία καὶ καλῶς ἔγινε· ἀλλὰ οἱ μεταφράσεις ἔπρεπε νὰ πλαισιώσουν, ὄχι νὰ ἀντικαταστήσουν τὰ πρωτότυπα κείμενα, γιατὶ ἡ νεότερη γλωσσολογία μᾶς εἶχε ἐντωμεταξὺ διδάξει ὅτι σημαῖνον καὶ σημαινόμενο εἶναι σὰν τὶς δύο ὄψεις ἑνὸς χαρτιοῦ (ἂν σκίσεις τὴ μιὰ μεριὰ ἔχεις σκίσει καὶ τὴν ἄλλη) καὶ ὅτι ἡ μετάφραση δὲν εἶναι παρὰ “δεύτερη γραφή,” ὅπως ὀνόμαζε τὶς μεταφράσεις του ὁ Ὀδυσσέας Ἐλύτης· δηλαδὴ σὰν δικά του ἔργα περισσότερο παρὰ σὰν ἔργα τῆς Σαπφῶς ἢ τῶν ἄλλων ποιητῶν ποὺ εἶχε μεταφράσει. (Ἂς τὸ ποῦμε ἐδῶ χωρὶς περιστροφές: ὅσες μεταφράσεις, ἰδίως ποιητικῶν κειμένων, κι ἂν διαβάσει κανείς, ἢ ὅσες παραστάσεις, φέρ᾿ εἰπεῖν, ἀρχαίας τραγωδίας κι ἂν ἔχει δεῖ—ἐννοεῖται σὲ μετάφραση—δὲν ἰσοδυναμοῦν μὲ τὴν ἀνάγνωση καὶ ἐμβάθυνση στὸ κείμενο μιᾶς καὶ μόνο τραγωδίας στὸ πρωτότυπο. Βέβαια, κάποιες διορθωτικὲς κινήσεις σχετικὲς μὲ τὸ μάθημα τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν ἔγιναν ἀργότερα, ἀλλὰ ὄχι πρὸς τὴν κατεύθυνση τῶν τόνων.)

Γιὰ νὰ εἴμαστε ἀκριβοδίκαιοι ἀπέναντι στὴ μνήμη τῶν μεγάλων φιλολόγων καὶ ἐκπαιδευτικῶν ποὺ κατὰ καιροὺς τάχθηκαν ὑπὲρ τοῦ μονοτονικοῦ συστήματος, πρέπει νὰ ἀναγνωρίσουμε πὼς στήριζαν τὶς ἀπόψεις τους σὲ σοβαρὰ ἐπιστημονικὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ὅμως ἴσχυαν μόνο σύμφωνα μὲ τὴ λογικὴ ὅτι ἡ γραφὴ πρέπει νὰ ἀπεικονίζει ὅσο τὸ δυνατὸν πιστότερα—ἀλλὰ καὶ ἁπλούστερα—τὸν προφορικὸ λόγο (ἑπομένως, ναὶ μὲν πολύ/πολλή/πολλοί, ἢ τύχη/τοίχοι/τείχη, γιατὶ ἁπλοποίηση τῆς ὀρθογραφίας πρὸς τὴ φωνητικὴ γραφὴ θὰ δημιουργοῦσε σύγχυση σημασιῶν, ἀλλὰ κήπος/δώρο/ένα, ἀφοῦ προφέρονται καὶ ἀκούονται ἀκριβῶς τὸ ἴδιο ὅπως τὰ κῆπος/δῶρο/ἕνα).

Ὅμως σήμερα γνωρίζομε καλύτερα ἀπ᾿ ὅτι στὸ παρελθὸν πὼς ὁ γραπτὸς λόγος δὲν εἶναι μόνο ἀπεικόνιση τοῦ προφορικοῦ, ἀλλὰ ἐπίσης ὁ τρόπος πρόσληψης τῆς λογοτεχνίας, ὅπως ἐπίσης εἶναι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο μεταδίδεται καὶ ἀφομοιώνεται ἡ ἐπιστημονικὴ γνώση. Καὶ μολονότι τὸ βιβλίο δὲν πρόκειται νὰ ἀντικαταστήσει ποτὲ τὸν δάσκαλο στὸ σχολεῖο, ἡ ἐκπαιδευτικὴ διαδικασία στηρίζεται ὅλο καὶ περισσότερο στὸν γραπτὸ παρὰ στὸν προφορικὸ λόγο, ὅσο οἱ μαθητὲς μεγαλώνουν καὶ ἀνεβαίνουν τὶς βαθμίδες τῆς ἐκπαίδευσης. Γι᾿ αὐτὸ ἡ ἀρχὴ καὶ ἐπιδίωξη τῆς ὅσο τὸ δυνατὸν πιστότερης—καὶ ἰδίως ἁπλούστερης—ἀπεικόνισης τοῦ προφορικοῦ λόγου ἀπὸ τὸν γραπτὸ δὲν ἔχει τὴν ἴδια σημασία ποὺ εἶχε σὲ ἐποχὲς ποὺ ἡ διάδοση καὶ πρόσληψη τῆς λογοτεχνίας στηρίζονταν στὸν προφορικὸ λόγο, ὅπως γινόταν κατὰ κανόνα σὲ ὅλη τὴν ἀρχαιότητα (ἀπαγγελίες ραψωδῶν, μουσικοί, θυμελικοὶ καὶ σκηνικοὶ ἀγῶνες καὶ πανηγύρεις, δημόσια πολιτικὴ καὶ δικανικὴ ρητορεία, μεγαλόφωνη ἀνάγνωση ἀκόμα καὶ κατ᾿ ἰδίαν, κτλ.).

Ἡ σύγχρονη, γενικευμένη, χρήση τοῦ γραπτοῦ λόγου καὶ ὀπτικὴ ἐπαφὴ μὲ τὰ κείμενα μπορεῖ, ἀφ᾿ ἑνός, νὰ ἐπεκτείνει τὰ σύμβολα τῆς γραφῆς, ὥστε νὰ γίνει δυνατὴ ἡ καταγραφὴ νέας γνώσης (κάτι ποὺ ἀφορᾶ περισσότερο τὶς θετικὲς ἐπιστῆμες) καί, ἀφ᾿ ἑτέρου, μὲ τὴ διατήρηση τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας, νὰ συνυποδηλώνει τὴν παλαιότερη ἱστορία τῆς γλώσσας, φωτίζοντας ἔτσι καὶ ἐμπλουτίζοντας τὴν κατανόηση τῶν λογοτεχνικῶν κειμένων. Ἡ πρόσληψη, δηλαδή, τῆς λογοτεχνίας μέσῳ τοῦ γραπτοῦ λόγου προσφέρει μιὰ διαφορετικῆς τάξεως αἰσθητικὴ ἐμπειρία ἀπὸ τὴν πρόσληψη τοῦ προφορικοῦ λόγου, καθὼς ἐπιτρέπει τὴ μελέτη τοῦ κειμένου (ὑπὸ συνθῆκες ἄνεσης χρόνου) σὲ βάθος καί, ὡς ἕναν βαθμό, τὴν ἀντίληψη τῶν συνυποδηλώσεων καὶ τῆς διακειμενικότητάς του.

Ἐδῶ, λοιπόν, ἔγκειται ἡ σημασία τῶν τόνων πού, ἐνῶ ἐπινοήθηκαν, περὶ τὸ 200 π.Χ., ὡς ὑπόμνηση τῆς παλαιότερης προσωδίας καὶ τοῦ “μουσικοῦ” τονισμοῦ τῆς γλώσσας, ποὺ εἶχαν πάψει πιὰ νὰ ἀκούονται, διατηρήθηκαν ἔκτοτε ὡς ἀναγκαῖα βοηθήματα γιὰ τὴν ἀναγνώριση καὶ κατανόηση λέξεων, κλίσεων, ἐγκλίσεων καὶ γενικότερα τῆς γραμματικῆς τῆς ἀρχαίας γλώσσας, ὅσο καὶ γιὰ τὴν ὀρθογράφησή της. Καὶ εἶναι αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ χρήση, ὄχι ἡ ἀρχική τους σχέση μὲ τὴ χαμένη προφορὰ τῆς ἀρχαίας γλώσσας, ποὺ χρησιμεύει στὸν νεοελληνικὸ γραπτὸ λόγο, καθὼς σηματοδοτοῦν τὸ ἱστορικὸ παρελθὸν τῆς γλώσσας καὶ βελτιώνουν τοὺς ὅρους πρόσληψης καὶ τῆς νεοελληνικῆς λογοτεχνίας. Ὁ Παπαδιαμάντης, φέρ᾿ εἰπεῖν, παραπέμπει τόσο συχνὰ στὴ γλῶσσα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴ βυζαντινὴ ὑμνογραφία, ποὺ ἡ κατανόηση τῆς δικῆς του γλώσσας σὲ βάθος προϋποθέτει τὴν ἀναγνώριση καὶ κατανόηση τῶν παραπομπῶν αὐτῶν.

Καλῶς ἢ κακῶς (δὲν ἐνδιαφέρει πιά), ἡ παλαιότερη νεοελληνικὴ λογοτεχνία εἶναι ἐν μέρει γραμμένη στὴν καθαρεύουσα, καὶ ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους συγγραφεῖς τῆς νεότερης Ἑλλάδας, ὅπως εἶναι ὁ Βιζυηνὸς καὶ ὁ Ροΐδης. Τὸ νὰ ἐκδώσει, λοιπόν, κανεὶς τοὺς συγγραφεῖς αὐτοὺς μονοτονικὰ δὲν θὰ ἦταν μόνο πράξη ἱεροσυλίας, ἀλλὰ καὶ θὰ ἔκανε τὰ κείμενά τους ἀπὸ δυσπρόσιτα ἕως ἀκατανόητα. (Γι᾿ αὐτὸ ἡ μετάφραση τοῦ Παπαδιαμάντη σὲ κάποια μορφὴ “ὁμιλούμενης” νεοελληνικῆς—ὅτι κι ἂν σημαίνει αὐτὸ σήμερα—εἶναι προτιμότερη, γιατὶ ἱεροσυλία μιὰ φορὰ δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ, ἐνῶ ἀναγνωρίζει εὐθαρσῶς τὴν πνευματικὴ καὶ γλωσσικὴ παρακμὴ ποὺ χαρακτηρίζει τὴν ἐποχή μας καὶ ἀνταποκρίνεται σ᾿ αὐτήν.)

Δὲν εἶναι ὅμως μόνο οἱ συγγραφεῖς ποὺ ἔγραψαν στὴν καθαρεύουσα, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἄλλοι ποὺ χρησιμοποίησαν ἢ χρησιμοποιοῦν ἀρχαίους γραμματικοὺς τύπους ἢ φράσεις· λόγου χάριν, ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ μεγάλους ποιητές μας, ὁ Καβάφης, ἐκτὸς ἀπὸ πλῆθος ἀρχαίων τύπων ἢ ἀρχαιοπρεπῶν φράσεων συχνὰ ἐνσωματώνει καὶ ἀρχαῖα χωρία στὰ ποιήματά του, τὰ ὁποῖα ὁ μονοτονισμὸς ἐνίοτε μετατρέπει σὲ γρίφους. Ἰδοὺ τὸ πρῶτο ἀπὸ τὰ 154 “Ἀναγνωρισμένα” ποιήματά του, ὅπως παρουσιάζεται στὸν κατὰ τὰ ἄλλα πολὺ καλὰ σχεδιασμένo καὶ χρήσιμο «Επίσημο δικτυακό τόπο του Αρχείου Καβάφη» (http://www.kavafis.gr) :

Άγε, ω βασιλεύ Λακεδαιμονίων
Δεν καταδέχονταν η Κρατησίκλεια

ο κόσμος να την δει να κλαίει και να θρηνεί·

και μεγαλοπρεπής εβάδιζε και σιωπηλή.

Τίποτε δεν απόδειχνε η ατάραχη μορφή της

απ' τον καϋμό και τα τυράννια της.

Μα όσο και νάναι μια στιγμή δεν βάσταξε·

και πριν στο άθλιο πλοίο μπει να πάει στην Aλεξάνδρεια,

πήρε τον υιό της στον ναό του Ποσειδώνος,

και μόνοι σαν βρεθήκαν τον αγκάλιασε

και τον ασπάζονταν, «διαλγούντα», λέγει

ο Πλούταρχος, «και συντεταραγμένον».

Όμως ο δυνατός της χαρακτήρ επάσχισε·

και συνελθούσα η θαυμασία γυναίκα

είπε στον Κλεομένη «Άγε, ω βασιλεύ

Λακεδαιμονίων, όπως, επάν έξω

γενώμεθα, μηδείς ίδη δακρύοντας

ημάς μηδέ ανάξιόν τι της Σπάρτης

ποιούντας. Τούτο γαρ εφ' ημίν μόνον·

αι τύχαι δε, όπως αν ο δαίμων διδώ, πάρεισι.»
Και μες στο πλοίο μπήκε, πηαίνοντας προς το «διδώ».

Ἰδοὺ τώρα τὸ ἴδιο ποίημα μετὰ ἀπὸ ἀποκατάσταση τῶν τόνων:

Ἄγε, ὦ βασιλεῦ Λακεδαιμονίων
Δὲν καταδέχονταν ἡ Κρατησίκλεια

ὁ κόσμος νὰ τὴν δεῖ νὰ κλαίει καὶ νὰ θρηνεῖ·

καὶ μεγαλοπρεπὴς ἐβάδιζε καὶ σιωπηλή.

Τίποτε δὲν ἀπόδειχνε ἡ ἀτάραχη μορφή της

ἀπ' τὸν καϋμὸ καὶ τὰ τυράννια της.

Μὰ ὅσο καὶ νά ᾿ναι μιὰ στιγμὴ δὲν βάσταξε·

καὶ πρὶν στὸ ἄθλιο πλοῖο μπεῖ νὰ πάει στὴν Ἀλεξάνδρεια,

πῆρε τὸν υἱό της στὸν ναὸ τοῦ Ποσειδῶνος,

καὶ μόνοι σὰν βρεθῆκαν τὸν ἀγκάλιασε

καὶ τὸν ἀσπάζονταν, «διαλγοῦντα», λέγει

ὁ Πλούταρχος, «καὶ συντεταραγμένον».

Ὅμως ὁ δυνατός της χαρακτὴρ ἐπάσχισε·

καὶ συνελθοῦσα ἡ θαυμασία γυναίκα

εἶπε στὸν Κλεομένη «Ἄγε, ὦ βασιλεῦ

Λακεδαιμονίων, ὅπως, ἐπὰν ἔξω

γενώμεθα, μηδεὶς ἴδῃ δακρύοντας

ἡμᾶς μηδὲ ἀνάξιόν τι τῆς Σπάρτης

ποιοῦντας. Τοῦτο γὰρ ἐφ' ἡμῖν μόνον·

αἱ τύχαι δέ, ὅπως ἂν ὁ δαίμων διδῷ, πάρεισι.»
Καὶ μές στὸ πλοῖο μπῆκε, πηαίνοντας πρὸς τὸ «διδῷ».

Νομίζω, δὲν χρειάζονται σχόλια.

Μόλις καθιερώθηκε τὸ μονοτονικὸ στὴν ἐκπαίδευση ξεκίνησε μιὰ τρεχάλα συναγωνισμοῦ ἀνάμεσα σὲ συγγραφεῖς καὶ ἐκδότες βιβλίων (ἰδίως παιδικῶν), λεξικῶν, ἐγκυκλοπαιδειῶν, περιοδικῶν, κοκ., γιὰ τὸ ποιοί θὰ μονοτόνιζαν πρῶτοι τὶς ἐκδόσεις τους καὶ θὰ προλάβαιναν ἔτσι νὰ κερδίσουν περισσότερα ἀπὸ τὴ νέα ἀγορὰ ποὺ εἶχε ἀνοίξει. Ὅμως δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἐκεῖνοι ποὺ ἔμειναν ἀδιάφοροι ἀπέναντι σ᾿ αὐτὸν τὸν ἀγῶνα δρόμου ἦταν οἱ ποιητές—νομίζω τότε στὸ σύνολό τους—καὶ ἀρκετὰ περιοδικὰ ποὺ ἀπευθύνονται σὲ σκεπτόμενους ἀναγνῶστες, ὅπως Ὁ Πολίτης (ἀριστερὴ ἐπιθεώρηση), ἡ Νέα Ἑστία (παραδοσιακὸ περιοδικὸ γραμμάτων καὶ τεχνῶν), λίγο ἀργότερα ἡ Ποίηση (ἀφιερωμένο κυρίως στὴ μοντέρνα ποίηση), καὶ πολλὰ ἄλλα. Ὑποθέτω πὼς ὁ λόγος γι᾿ αὐτὸ εἶναι ὅτι οἱ ποιητές, πάνω καὶ πρῶτ᾿ ἀπ᾿ ὅλους τοὺς ἄλλους, θὰ προσυπέγραφαν καὶ σήμερα τὴ “δήλωση” τοῦ Ἐλύτη: «Tὴ γλώσσα, μοῦ ἔδωσαν ἑλληνική· / τὸ σπίτι φτωχικὸ στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου. / Μονάχη ἔγνοια ἡ γλώσσα μου στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου» (Ἄξιον ἐστί, Βʹ).

Κλείνοντας αὐτὴν ἐδῶ, τὴ δική μου “δήλωση,” θέλω νὰ διευκρινίσω ὅτι δὲν ἐννοῶ πὼς τὸ πολυτονικὸ σύστημα τονισμοῦ τῆς ἑλληνικῆς ἰσοδυναμεῖ μὲ ἀρχαιομάθεια, οὔτε καὶ πὼς ἡ ἀρχαιομάθεια εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ τὴν κατανόηση τῆς νεότερης λογοτεχνίας μας. Ὅμως, ὅταν κάποιο ἐπίπεδο ἐξοικείωσης μὲ τὴν ἀρχαία γραμματικὴ εἶναι ἀναγκαῖο γιὰ νὰ προσπελάσει κανείς, ὄχι τοὺς ἀρχαίους, ἀλλὰ καὶ πολλοὺς ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους νεότερους συγγραφεῖς μας, τὸ νὰ ἀποκόπτονται, ἀντὶ νὰ ἐνισχύονται, οἱ σύνδεσμοι τῆς νεότερης γλώσσας μας μὲ τὴν ἀρχαία συνιστᾶ πολιτικὴ λαϊκισμοῦ καὶ ἐκπαιδευτικῆς ἀφροσύνης.

Γ. Μ. Σηφάκης

Ὁμότιμος Καθηγ. Ἀρχ. Ἑλληνικῆς Φιλολογίας


Πανεπ. Θεσσαλονίκης & Πανεπ. Νέας Ὑόρκης

Θεσσαλονίκη, 18 Ἰανουαρίου 2007




Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2008

Σαράντος Καργάκος: Υπάρχει έλλειψη αγάπης προς τη γλώσσα


kargakos.jpg

Είναι ένας άνθρωπος που γνωρίζει την ελληνική γλώσσα όσο ελάχιστοι παγκοσμίως. Ένας άνθρωπος που διακρίνει νότες πίσω από τα γλωσσικά σύμβολα και μουσική αρμονία πίσω από το λόγο. Ο γνωστός φιλόλογος Σαράντος Καργάκος, χειμαρρώδης στο λόγο του και κατασταλαγμένος στις σκέψεις του, δεν διστάζει να εκφράσει την άποψή του για τη σύγχρονη ελληνική γλώσσα, αν και γνωρίζει ότι μπορεί να γίνει δυσάρεστος σε ορισμένους. Λάτρης του πολυτονικού συστήματος και της αρχαίας γλώσσας (την οποία θεωρεί παρούσα και σήμερα), διαπιστώνει γλωσσική πενία στη σύγχρονη εποχή, συνέπεια των ατυχών μεταρρυθμίσεων του υπουργείου Παιδείας που ανέλαβε - κατά καιρούς - το ρόλο του «εκσυγχρονιστή» της γλώσσας. Ταυτόχρονα, υποστηρίζει ότι η αποκαλούμενη σύγχρονη ελληνική γλώσσα δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς τη γνώση της λόγιας, της μεσαιωνικής και της αρχαίας γλώσσας.

Ο κ. Καργάκος τονίζει ότι το μόνο που χρειάζεται η ελληνική γλώσσα για να προχωρήσει αβίαστα προς την αιωνιότητα είναι η αγάπη. Μία αγάπη που δεν θα περιορίζεται σε ένα μικρό, πεπερασμένο λεξιλόγιο και στην επιφανειακή ενασχόληση με τη γλώσσα, αλλά θα επεκτείνεται σε όλο το βάθος της, προσπαθώντας να αντλήσει από εκεί τις ατέρμονές δυνατότητες, τον πλούτο και την αρμονία που προσφέρει η ελληνική γλώσσα στο χρήστη της.

  • Η ελληνική γλώσσα κατέχει μια σημαντική θέση στον παγκόσμιο γλωσσικό χάρτη. Η ελληνική γλώσσα μαζί με την κινεζική είναι η μαρκρότερη σε ιστορία γλώσσα στον κόσμο. Επιπλέον, η ελληνική γλώσσα διαθέτει ένα τεράστιο γλωσσικό κοίτασμα που έχει τροφοδοτήσει όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες. Αρκεί να τονιστεί ότι όλες οι λέξεις στις ευρωπαϊκές γλώσσες που αναφέρονται σε έννοιες πολιτισμού, πολιτικής, δικαίου και επιστήμης έχουν ελληνική καταγωγή. Η παγκόσμια γλώσσα του πολιτισμού δεν θα επιτρέψει ποτέ το σβήσιμο της ελληνικής γλώσσας.
  • Δεν έχουμε καταλάβει το θησαυρό που κρύβει η γλώσσα μας. Έγιναν αλλεπάλληλες μεταρρυθμίσεις που κατέληξαν απορρυθμίσεις. Η κατάσταση είναι πολύ άσχημη όπως την έχω περιγράψει στα βιβλία μου «Αλαλία» και «Αλεξία». Η γλωσσική κατάπτωση του λαού μας και ιδιαίτερα των νέων γενεών είναι πολύ εμφανής. Σήμερα το ελληνόπουλο δεν μπορεί να εκφραστεί σε έναν λόγο διαρκείας τριών λεπτών σε άψογα ελληνικά.
  • Είναι απαραίτητο το ελληνικό σχολείο να ρίξει το βάρος του στη σωστή διδασκαλεία της ελληνικής γλώσσας. Σε μια παλαιότερη εποχή που τα σχολεία υπολειτουργούσαν λόγω συνθηκών κατοχής και εμφυλίου πολέμου μπορούσαμε να μαθαίνουμε σωστότερα ελληνικά στην αρχαία, καθαρεύσουσα και πρέπουσα τους έκδοση.
  • Σήμερα η πρέπουσα ελληνική γλώσσα υποτονεί. Τα παιδιά χρησιμοποιούν μια σπαστή αργκό που ουσιαστικά δεν είναι καν αργκό. Ένας άνθρωπος που ξέρει την παλιά αργκό των Τσιφόρου, Πικρού και Βάρναλη απεχθάνεται τη σημερινή αργκό που προσφέρεται μόνο για ρυπαρογραφήματα. Μέσα στον ηλεκτρικό και στα λεωφορεία παρατηρώ ότι τα παιδιά αδυνατούν να εκφράσουν μια ολοκληρωμένη σκέψη σε μια σωστά συγκροτημένη πρόταση. Αν έλλειπε η λέξη με τα τρία άλφα τα παιδιά δεν θα μπορούσαν να συνεννοηθούν μεταξύ τους.
  • Σήμερα οι εφημερίδες κατεβάζουν το γλωσσικό τους επίπεδο ώστε να γίνονται κατανοητές από τους νέους αναγνώστες. Η εφημερίδα είναι ο πιο σημαντικός γλωσσικός δάσκαλος στην οικογένεια. Τα παλιά χρόνια την καλή γλώσσα την δίδασκαν το σχολείο και η εφημερίδα. Από τα κύρια άρθρα του Γεωργίου Βλάχου του ιδρυτή της Καθημερινής και του Αιμίλιου Χουρμούζη του διευθυντή της Καθημερινής στην εποχή της δικής μου γενιάς μαθαίναμε ελληνικά και σωστό τρόπο στοχασμού στα ελληνικά. Από τα έντυπα «light» διαμορφώνεται μια γλώσσα «light» επιπέδου επικοινωνίας μεταξύ τσοπάνη και προβάτων. Σήμερα η εφημερίδα απευθύνεται στον αναγνώστη προσφέροντας περιοδικά, πετσέτες και DVDs ώστε να αυξήσει την κυκλοφορία της. Τα ελληνικά της τηλεόρασης αρμόζουν σε γηπεδική συγκέντρωση αλαλαζόντων φιλάθλων. Ο τύπος βρίσκεται σε γλωσσικό κατάντημα.
  • Πρέπει όλοι οι υπεύθυνοι στην Ελλάδα, πολιτικοί, πανεπιστήμια, ακαδημία, και λογοτεχνικά σωματεία να καταλάβουν ότι τα ελληνικά έχουν μέλλον και όχι μόνον παρελθόν. Εγώ έλεγα ότι τα ελληνικά θα εισέλθουν από μια ηλεκτρονική πύλη. Ο δημιουργός της Microsoft έχει εκφράσει την ίδια άποψη.
  • Σήμερα τα αρχαία και μεσαιωνικά ελληνικά δεν τα ζητούν μόνον η Ευρώπη αλλά τα ζητούν η Κίνα και η Ιαπωνία και ενδεχομένως στο μέλλον και η Ινδία. Πρέπει να δημιουργήσουμε πνευματικούς διαύλους για να διαδώσουμε τη γλώσσα μας στις χώρες αυτές ώστε να αποκτήσει λάμψη. Οι Κινέζοι πηγαίνουν να μάθουν ελληνικά στο Λονδίνο και όχι στην Ελλάδα. Τα προβλήματα αυτά πρέπει να μας απασχολήσουν πολύ.
  • Στη σημερινή Ελλάδα κινδυνεύεις να θεωρηθείς αμαθής όταν χρησιμοποιείς σωστά τα ελληνικά. Δίχως τη γνώση της αρχαίας, μεσαιωνικής και καθαρεύουσας ελληνικής γλώσσας δεν μπορεί να προχωρήσει η νεοελληνική δημοτική γλώσσα. Η αρχαία, μεσαιωνική και καθαρεύουσα γλώσσα αποτελούν τις ρίζες, τον κορμό και τα κλαδιά του δέντρου, ενώ η νεοελληνική δημοτική τα φύλλα του. Όλοι στην Ελλάδα πρέπει να προβληματιστούμε και να δράσουμε άμεσα σχετικά με τα προβλήματα του τεραστίου κεφαλαίου που λέγεται ελληνική γλώσσα. Δεν πρέπει να φτωχαίνουμε τα ελληνικά μέσα στη χώρα μας.

Τι χρειάζεται η ελληνική γλώσσα για να πορευτεί προς την αιωνιότητα;

Εκείνο που θα σας πω με μία λέξη, είναι η λέξη: αγάπη. Όταν λες «αγαπώ τη γλώσσα μου», σημαίνει ότι την αγαπάς τη γλώσσα σε όλη την έκτασή της και συνεπώς, δεν χρησιμοποιείς μόνο ένα μέρος της που μπορεί να σε εξυπηρετήσει. Φτάνουμε λοιπόν στο σημείο να μαθαίνουμε την ελληνική ως γλώσσα χρήσης. Και αυτό επεκτείνεται και στην εκμάθηση των ξένων γλωσσών. Διαπιστώνω ότι παιδιά που έχουν τίτλους στα γαλλικά και στα αγγλικά, όταν ζητώ εγώ τη συνδρομή τους για να μου ερμηνεύσουν ορισμένα πράγματα, σηκώνουν τα χέρια και μου λένε ότι «αυτά είναι εκτός της διδακτέας ύλης». Μπορεί να είναι εκτός διδακτέας ύλης ο Προυστ και ο Ουγκό;

Με άλλα λόγια, βάζουνε όρια στη γλώσσα και αυτά τα όρια καθορίζουν και τα όρια του κόσμου. Γιατί, όπως έχει πει και ο μεγάλος φιλόσοφος Βιντγκεστάιν (Wittgenstein) «τα όρια του κόσμου, είναι τα όρια της γλώσσας σου». Εγώ πιστεύω ότι η ελληνική είναι μία παγκόσμια γλώσσα και όταν τη σπουδάζουμε στην παγκοσμιότητά της, τότε μπορούμε να είμαστε ένας παγκόσμιος λαός. Όσο και να αναφερόμαστε στην παγκοσμιοποίηση, εφόσον δεν γνωρίζουμε τους γλωσσικούς μας θησαυρούς, δεν θα είμαστε παρά μία μικρή επαρχία του κόσμου.

Ποιες συγκεκριμένες απειλές δέχεται σήμερα η ελληνική γλώσσα;

Πρώτα - πρώτα, είναι ο αγγλικός γλωσσικός ιμπεριαλισμός. Δεύτερη μεγάλη απειλή είναι η ευτέλεια της τηλοψίας (όπως είναι το σωστό να λέμε και όχι τηλεόραση). Τρίτον είναι το χαμηλό επίπεδο των εντύπων που περνάνε στα χέρια της νεολαίας. Τέταρτον, η γλωσσική κάθοδος των εφημερίδων. Πέμπτον, η πτώση του γλωσσικού «αιματοκρίτη» της σύγχρονης λογοτεχνίας, όπου και αυτή είναι περιορισμένη γλωσσικά. Και κάτι άλλο: είναι η έλλειψη αγάπης προς τη γλώσσα γενικότερα.

Τα πράγματα δείχνουν ότι δεν έχουμε μία ευαισθησία, ώστε να αποκτήσουμε και μία ακουστική ευγένεια. Σήμερα δεν είναι ότι φτωχαίνει μόνο το λεξιλόγιό μας. Φτωχαίνει και η προφορά μας. Η προφορά σήμερα είναι ένας βρυχηθμός. Και σε αυτό φταίει και η κατάργηση του πολυτονικού συστήματος. Σήμερα, το παιδί που μαθαίνει το μονοτονικό, που έχει γίνει ατονικό, στην πραγματικότητα δεν μπορεί να παρακολουθήσει τη μουσικότητα των λέξεων. Γιατί οι τόνοι και τα πνεύματα ήταν ότι είναι και οι νότες σε μία παρτιτούρα. Αυτά τα πράγματα δεν τα είχαν καταλάβει αυτοί που αποπειράθηκαν να κάνουν μεταρρυθμίσεις.

Δεν έχει γίνει κατανοητό ότι η υπεροχή της ελληνικής έναντι άλλων ευρωπαϊκών γλωσσών βρίσκεται στην παλμικότητά της. Όπως στην κλίση: «ο άνθρωπος του ανθρώπου, τον άνθρωπο, οι άνθρωποι, των ανθρώπων, τους ανθρώπους». Κατεβαίνει ο τόνος. Είναι σαν το μπαλάκι του πινγκ-πονγκ που δίνει μία ζωντάνια στη λέξη. Αυτή η «ακινητοποίηση» του τόνου φέρνει το νέκρωμα της λέξης.

Αυτά τα πράγματα δείχνουν πως έχουμε ήδη υψώσει ένα Σινικό Τείχος στο προ του 1976 παρελθόν και στο μετά το 1976. Διερωτώμαι: ο Κωνσταντίνος Καραμανλής που έκανε αυτή τη μεταρρύθμιση, θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ότι ένα παιδί σήμερα δεν θα μπορούσε να καταλάβει τις ομιλίες του;

Σύμφωνα με τους επιστήμονες πληροφορικής, οι Η/Υ προχωρημένης τεχνολογίας δέχονται ως νοηματική γλώσσα μόνο την ελληνική, λόγω της πρωτογένειας των λέξεών της, την αιτιώδη δηλαδή σχέση που υπάρχει μεταξύ τους. Επίσης, τη θεωρούν ως μη οριακή. Ποια είναι η δική σας άποψη;

Παρότι είμαι ο πρώτος που το έχει πει αυτό στην Ελλάδα, έρχομαι να σας πω ότι η ελληνική γλώσσα δεν είναι η μόνη. Υπάρχουν και άλλες. Αλλά το γεγονός ότι η αρχαία ελληνική έχει τις περισσότερες συντακτικές δομές από ότι οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αυτό της δίνει μία προτεραιότητα.

Το Internet αποτελεί κίνδυνο για την ελληνική γλώσσα;

Η σημερινή χρήση του Internet αποτελεί όντως κίνδυνο για την ελληνική γλώσσα. Ωστόσο, μπορεί μελλοντικά να τη βοηθήσει σημαντικά. Αυτό κάνουν όλοι οι λαοί που έχουν πολύπλοκη γλώσσα, όπως οι Άραβες και οι Κινέζοι. Μην εκπλαγείτε εάν δείτε να το κάνουν οι Γεωργιανοί. Το κάνουν ήδη οι Εβραίοι - και μπράβο τους. Καιρός να το κάνουμε και εμείς.

Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι το υπερκείμενο (link) μέσα σε μία ιστοσελίδα αποτελεί επανάσταση, ανάλογη με αυτή του Γουτεμβέργιου. Συμμερίζεστε την άποψη;

Ήδη είναι η επανάσταση αυτή πράξη. Με μία διαφορά: εάν εμείς δεν πατάμε γερά στα πόδια μας, θα πετάμε σαν το χαρταετό που του έχουν κόψει τα σχοινιά.

Υπάρχουν άλλες γλώσσες, εκτός της ελληνικής που αντιμετωπίζουν κίνδυνο από τον αγγλικό γλωσσικό ιμπεριαλισμό;

Πρώτα - πρώτα κινδυνεύει η γαλλική γλώσσα. Κίνδυνο αντιμετωπίζει και η γερμανική γλώσσα, γιατί βλέπω μία συρρίκνωση τα τελευταία χρόνια και μέσα στη Γερμανία, αλλά και εκτός της χώρας. Έχει περιοριστεί η γερμανομάθεια. Αντίθετα, διαπίστωσα μία αύξηση των ανθρώπων που ομιλούν την παλαιά σκοτσέζικη.

Τελικά, τι ακριβώς είναι η ελληνική γλώσσα; Η γλώσσα των θεών, η μητέρα των γλωσσών ή η γλώσσα του μέλλοντος;

Στην ερώτηση αυτή, ο κ. Καργάκος μάς παρέπεμψε στο βίβλο του «Μικρά Γλωσσικά» όπου υπάρχει η ομιλία του «Η γλώσσα του μέλλοντος και το μέλλον της γλώσσας». Από τον επίλογο του βιβλίου είναι το παρακάτω απόσπασμα:

«…αν σταματήσουμε να μισούμε ή να περιφρονούμε τη γλώσσα μας, αν συμφιλιωθούμε μαζί της, θα ζήσουμε αύριο σ' ένα πνευματικό και επιστημονικό περιβάλλον πιο φιλικό προς εμάς. Το μέλλον χρειάζεται την ελληνική για να υδροδοτείται από αυτή γλωσσικά. Όποια ευρωπαϊκή γλώσσα κι αν εξελιχθεί σε παγκόσμια γλώσσα, σε μία οικονομική lingua franca, θα έχει την ανάγκη της ελληνικής η οποία και γι' αυτό πρέπει να διατηρηθεί ζώσα, σφριγώσα και ακμαία. Οι καρποί της πάντα θα είναι καρποί και για το παγκόσμιο λεξιλόγιο της επιστήμης και του πολιτισμού. Γι' αυτό το να υπηρετούμε με σεβασμό τη γλώσσα μας είναι η μεγαλύτερη προσφορά στον παγκόσμιο γλωσσικό πολιτισμό».

Επίκαιρος όπως πάντα, πηγή: Καθημερινή 25/9/2006