Λένε πως οι χαρούμενοι άνθρωποι είναι προτιμότεροι από τους θλιμμένους. δεν ξέρω, αλήθεια, ν' απαντήσω ποια κατηγορία ανθρώπων είναι καλλίτερη. καλώς ή κακώς δεν ανήκω σε καμμιά από τις δύο...
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ωΣ_ εΜΟί _ δΟκΕί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ωΣ_ εΜΟί _ δΟκΕί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη 24 Νοεμβρίου 2010
Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2010
Λόγια
Βαρέθηκα τα λόγια χωρίς αντίκρυσμα. την οσμη του ανέφικτου που κρύβουν οι πράξεις του φόβου. πλέον, γνωρίζω καλά πως η μοίρα του σημερινού ανθρώπου είναι αλυσοδεμένη στην μέγγενη του φόβου. δεν υπάρχουν σχολεία, δεν υπάρχει υγιεία, δεν υπάρχει ισορροπία, δεν υπάρχει αγάπη, δεν υπάρχει αδελφοσύνη, δεν υφίσταται πλέον καμμιά Πολιτεία του Ανθρώπου.
μόνο προσωπεία φοράνε οι άνθρωποι και κινούνται μηχανικά σε κάθε πτυχή αυτής της αδικοχαμένης επίγειας ζωής. ναι, έχουμε χάσει την ζωή! μην ξεγελιέστε. ακόμα κι αν επιλέγετε να τάσσετε τους εαυτούς σας σε κάθε λογής αγώνα, είναι σίγουρο πως θα αποτύχετε. και ο κύριος λόγος είναι πως ήδη έχετε χάσει τους εαυτούς σας. έχουμε χάσει τους εαυτούς μας. έχουμε απολέσει την ψυχή που θα μπορούσε να χορεύει και να γιορτάζει, ακόμα και πάνω στα ερείπια της φθαρτής μας αθανασίας. μας λείπει το όραμα για να κερδίσουμε μια νέα πατρίδα: τον εαυτό μας. και χωρίς τον εαυτό του καθενός μας, κανείς δεν μπορεί να χτίσει κάτι το αξιόλογο. έχουμε χάσει το παιχνίδι με την ζωή. η ήττα μας είναι τόσο συντριπτική που πρέπει να πεθάνουμε, να ξαναγεννηθούμε, να βαφτιστούμε ξανά και να μεγαλώσουμε εκ νέου.
η ελλειπτική μας συνείδηση έχει καταστεί ένας βρυκόλακας που ρουφά ο,τιδήποτε βρεθεί μπροστά του. η τερατόμορφη μανία μας για εξιλέωση απέναντι στην ανέχεια και την ασυνέχεια του ίδιου μας του εαυτού, μας έχει μετατρεψει σε κίβδηλα κακέκτυπα όντα που μηρυκάζουν αναίσχυντα τα ελαττώματά τους. ο κόσμος είναι ήδη νεκρός. δεν γνωρίζω πότε και αν θα αναστηθεί. ξέρω μόνο τον τρόπο, που είναι τόσο απλός όσο και δύσκολος: τα όνειρα να φυτρώσουν στα χέρια μας.
μόνο προσωπεία φοράνε οι άνθρωποι και κινούνται μηχανικά σε κάθε πτυχή αυτής της αδικοχαμένης επίγειας ζωής. ναι, έχουμε χάσει την ζωή! μην ξεγελιέστε. ακόμα κι αν επιλέγετε να τάσσετε τους εαυτούς σας σε κάθε λογής αγώνα, είναι σίγουρο πως θα αποτύχετε. και ο κύριος λόγος είναι πως ήδη έχετε χάσει τους εαυτούς σας. έχουμε χάσει τους εαυτούς μας. έχουμε απολέσει την ψυχή που θα μπορούσε να χορεύει και να γιορτάζει, ακόμα και πάνω στα ερείπια της φθαρτής μας αθανασίας. μας λείπει το όραμα για να κερδίσουμε μια νέα πατρίδα: τον εαυτό μας. και χωρίς τον εαυτό του καθενός μας, κανείς δεν μπορεί να χτίσει κάτι το αξιόλογο. έχουμε χάσει το παιχνίδι με την ζωή. η ήττα μας είναι τόσο συντριπτική που πρέπει να πεθάνουμε, να ξαναγεννηθούμε, να βαφτιστούμε ξανά και να μεγαλώσουμε εκ νέου.
η ελλειπτική μας συνείδηση έχει καταστεί ένας βρυκόλακας που ρουφά ο,τιδήποτε βρεθεί μπροστά του. η τερατόμορφη μανία μας για εξιλέωση απέναντι στην ανέχεια και την ασυνέχεια του ίδιου μας του εαυτού, μας έχει μετατρεψει σε κίβδηλα κακέκτυπα όντα που μηρυκάζουν αναίσχυντα τα ελαττώματά τους. ο κόσμος είναι ήδη νεκρός. δεν γνωρίζω πότε και αν θα αναστηθεί. ξέρω μόνο τον τρόπο, που είναι τόσο απλός όσο και δύσκολος: τα όνειρα να φυτρώσουν στα χέρια μας.
Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2010
Μικρή ιστορία
Ήρθαμε στο πρωινό, φτιαγμένοι από υγρασία και ομίχλη, για να σπάσουμε τα μάρμαρα. καρφωθήκαμε πάνω στα αγουροξυπνημένα βλέμματα των περαστικών, που μας σκούπησαν γοργά με ένα μαντήλι - ή έστω με τις άκρες των μανικιών τους. σφυρίξαμε τα παγωμένα σφυρίγματα, μπλεγμένοι με ήχους από αυτοκίνητα, κόρνες, παχειές ομιλίες, φωνές, βήματα κι ένα σωρό ήχους του δρόμου. δεν ξέρουμε αν μας άκουσε κανείς, η πρόοδος άλλωστε πάντα υπέσκαπτε την υγρασία και την ομίχλη και τα παγωμένα σφυρίγματα [η φωτιά, η φωτιά ήταν πάντοτε για κείνη το μέσο με το οποίο ξεγελούσε τους απλούς ανθρώπους]. έσχατο τεταρτημόριο του ορυκτού μας κύκλου - ο ήχος από την αγάπη που σβήνει - τα νεύματα συγκατάνευσης και αποχαιρετισμού - η αυλαία τελικά να αιμάσσει στιγμή στιγμή κάθε σταγόνα από την σταγόνα μας. τα αυλάκια που' ναι χαραγματιές στο γλυπτό του κόσμου - και δένουν το κορμί του- στεγνώνουν σιγά σιγά. ξεραίνεται ο ρόλος μας κι όλη η έμβια ύλη αποβάλλει τη μνήμη μας. τοκετός θανάτου.
Πέμπτη 26 Αυγούστου 2010
Γυναίκα
Η γυναίκα προτιμά να υποταχθεί σ' αυτό που την βιάζει, παρά να αφεθεί σ' αυτό που ονειρεύεται...
Παρασκευή 30 Απριλίου 2010
Γραφή
Γράφοντας δραματοποιούμε το δραματικό της υπάρξεως. συνήθως δεν έχω πολλά να πω κι οι σιωπές μου είναι δάση με τον άνεμο να τριγυρίζει ανάμεσά τους. λέμε για ποίηση, για ζωγραφική, για μουσικη, για θέατρο. όλα ακούγονται τόσο γεμάτα μα και τόσο άδεια. ένα θέατρο του παραλόγου μόνο μου μένει: το απονενοημένο διάβημα του να δραματοποιώ το δραματικό του κόσμου. κι είναι τόσο πλούσιος όσο και φτωχός αυτός ο κόσμος, που η οποιαδήποτε κρίση του, με κάνει να γελώ αντί να φοβάμαι... η αφωνία σε αντίστιξη!
Παρασκευή 9 Απριλίου 2010
Πέμπτη 8 Απριλίου 2010
Τετάρτη 7 Απριλίου 2010
Τα πόδια του λόγου
Τα λόγια σκοντάφτουν και πέφτουν
σε τρύπες βουλωμένες με νερό πάντα
όλα κυλάνε
υπόμνηση του αμετάβλητου
σε τραβάνε να βρέχεσαι
να ριγάς στο κρύο της απώλειάς τους
-απόψε δεν πρέπει κανείς άνθρωπος
ν' αφήσει άλλον άνθρωπο μόνο-
δεν σου επιτρέπουν οι λέξεις ν' αρθρώσεις λόγο
-παράξενο ε;- κι απορείς
ασύνδετες οι σκέψεις κι οι πράξεις ασύντακτες
μέσα στην ομίχλη και την σκόνη του καιρού
αναλογίζεσαι
ναι έχουμε αμαρτήσει -και τι μ' αυτό;
δεν θάναι η πρώτη ούτε η τελευταία φορά
μονάχα τα χείλη μάς σώζουν μας συγχωρούν
χαρίζουν τυραννικά μετάνοια.
κι οι τρύπες αυξάνονται
γεμάτες με νερό παγωμένο
και μιαν υποψία μεταθανάτιας ζωής.
δεν ξέρω αν έχω πια δικαίωμα να ελπίζω
αλλά όμως εκείνον τον σεβασμό
στα δάκρυά μου κρίματα
πρέπει να τον καρφώνω
να υψώνεται κοντάρι καπνισμένο
στα ξέψυχα στήθη των άλλων
οπωσδήποτε
Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2009
Των εκπτώτων
Έκπτωτοι: ή το βάρος του κενού και πώς να συγκινήθει μια αρρώστια! το γύρω τοπίο εμφανίζει μια καθίζηση λες και έβρεχε παρακμή για αιώνες. το βάρος ελκύει την αρρώστεια και το οξύμωρο σχήμα μιας καρδιάς που πάλλεται δίχως αίμα, υπενθυμίζει παροξυμένα το γεγονός της απομάκρυνσης. αυτής της απομάκρυνσης από το περίγραμμα και τον εσώτερο πυρήνα της ζωής. της ζωής που έχει χτιστεί με μπετόν, πατημένες ψυχές, μοναχικούς κήρυκες και εξακοντισμένους ανέραστους διαβάτες. όλα αυτά καταλήγουν σε αστέγους που κυκλοφορούν στους δρόμους του κόσμου δίχως εστία. τούτη είναι η αλήθεια των εκπτώτων. με χέρια, μάτια και κορμιά πεπτωκότα.
η παρακμή μας κάτω από το βλέμμα του ήλιου και τον μανδύα του φεγγαριού, δεν βρίσκει οδηγό μήτε χαλινάρι. δεν υπάρχει μια ακμή που να στρίβει έστω το μαχαίρι σε μιαν άλλη οπτική. για όσους θέλουν να δουν καθαρά τα πράγματα. και δεν υπονοείται πως τα πάντα είναι μελανά. αλλά όμως, αυτό που δεν δύναται να παραγραφεί ούτε να παραπλανήσει - η παρόρμηση του ευκταίου - είναι πως ο,τιδήποτε ανθίσταται και έχει κάποιο αυθεντικό νόημα δεν του επιτρέπεται να ανατριχιάσει την πρακτική των ανθρώπων, δεν αναπτύσσεται, δεν εξωτερικεύεται απέναντι στον άλλο, δεν μπορεί να υφίσταται εν τοις πράγμασι. και το μαχαίρι αναγκαστικά στρίβει και συστρέφεται εντός.
πώς αλήθεια να μεγαλώσει μέσα στον άνθρωπο το ευγενές, το γάργαρο, το ζωντανό; αφου όσα ορίζουν καταστάσεις φαίνονται να έχουν συμμαχήσει με την αναίδεια, την απέχθεια, την αναισχυντία. νομίζεις πως ο κόσμος έχει γλυστρήσει κι έχει πέσει κατάχαμα. ότι κυλιέται σε βούρκους και σε βόρβορους - το χειρότερο: δίχως επιστροφή. για πόσα χρόνια μπορεί, άραγε κάποιος, να διαφεντεύει τις σκιές; να εξευμενίζει τα θηρία; να συναγελάζεται με τους δαίμονες; να χαλιναγωγεί τα πάθη του; να προσπαθεί να επινοήσει μιαν ισορροπία; πόσο εύκολο να συνθηκολογήσει με το αιμάτωμα που απορροφά μέσα του τη ζωή; η έλλειψη καθαρότητας εντείνει την εξάπλωση του κενού και προοδευτικά το βάρος αυξάνεται, διογκώνεται, αυγαταίνει. ποιο χέρι τώρα μένει να τον κρατήσει; και πληθαίνουν οι έκπτωτοι, στο περιθώριο, συγκρουόμενοι αντιδραστικά με κάθε σηψιμαίο καθεστώς. κρυμμένοι ολοένα κάτω απο τα συντρίμματά τους, μέσα στον ορυμαγδό του βομβαρδισμού κάιε απόληξης των εγκάτων τους.
ενδοσκόπηση τρόπον τινά: πάρτο αυγό και κούρευτο. να ετεροκαθορίζεται από τα ερωτήματα και τα απαντήματα - πλείστες όσες φορές κακά - από τα βλέμματα ή τους τρανταγμούς των άλλων. από τις πράξεις που συνθλίβουν κάθε κίνηση που ξεμακραίνει της ύλης, κάθε φορά που σκύβει την ύπαρξή του για να μην λερώσει τον ισχνό μανδύα που' χει απομείνει να θυμίζει το είδος του. τελικά ναι, είμαστε μόνοι σε τούτο το ταξίδι. μα θα μπορούσαμε να παρακάμψουμε αυτή την αλήθεια, προσποιούμενοι πως δεν είναι έτσι, πως συνυπάρχουμε έστω και εν αυταπάτη, που όμως θα βόλευε για να ξεγελάσουμε το χάος αυτό που μας περιβάλλει ούτως ή άλλως. και το τραγικό για τον έκπτωτο είναι πως η διαπίστωση αυτή βαραίνει ακόμα πιο πολύ τη μοναξιά του. η έλλειψη αυτή της αυταπάτης της συντροφικότητας, οξύνει την αλήθεια της μοναξιάς, που πια καθίσταται ανυπόφορη.
ενόσω φυσικά η βροχή δεν παύει, όχι πλεόν μόνο εκτός ημών, μεταξύ σφύρας και άκμονος, για να σχηματιστεί πλέον ένας άνθρωπος που έστω θα αντέχει, θα υπομένει, θα επιβιώνει. αυτό το στοίχημα καταλήγει σε μέγγενη, μιας και έτσι απόλλυται το νόημα, η καταγωγή και ο προορισμός της ύπαρξης. και τόσα κορμιά τριγύρω να συμφύρονται σε μιαν αδιάκοπη κι αλόγιστη καραιπάλη πτώσης.
εις υγιείαν...
η παρακμή μας κάτω από το βλέμμα του ήλιου και τον μανδύα του φεγγαριού, δεν βρίσκει οδηγό μήτε χαλινάρι. δεν υπάρχει μια ακμή που να στρίβει έστω το μαχαίρι σε μιαν άλλη οπτική. για όσους θέλουν να δουν καθαρά τα πράγματα. και δεν υπονοείται πως τα πάντα είναι μελανά. αλλά όμως, αυτό που δεν δύναται να παραγραφεί ούτε να παραπλανήσει - η παρόρμηση του ευκταίου - είναι πως ο,τιδήποτε ανθίσταται και έχει κάποιο αυθεντικό νόημα δεν του επιτρέπεται να ανατριχιάσει την πρακτική των ανθρώπων, δεν αναπτύσσεται, δεν εξωτερικεύεται απέναντι στον άλλο, δεν μπορεί να υφίσταται εν τοις πράγμασι. και το μαχαίρι αναγκαστικά στρίβει και συστρέφεται εντός.
πώς αλήθεια να μεγαλώσει μέσα στον άνθρωπο το ευγενές, το γάργαρο, το ζωντανό; αφου όσα ορίζουν καταστάσεις φαίνονται να έχουν συμμαχήσει με την αναίδεια, την απέχθεια, την αναισχυντία. νομίζεις πως ο κόσμος έχει γλυστρήσει κι έχει πέσει κατάχαμα. ότι κυλιέται σε βούρκους και σε βόρβορους - το χειρότερο: δίχως επιστροφή. για πόσα χρόνια μπορεί, άραγε κάποιος, να διαφεντεύει τις σκιές; να εξευμενίζει τα θηρία; να συναγελάζεται με τους δαίμονες; να χαλιναγωγεί τα πάθη του; να προσπαθεί να επινοήσει μιαν ισορροπία; πόσο εύκολο να συνθηκολογήσει με το αιμάτωμα που απορροφά μέσα του τη ζωή; η έλλειψη καθαρότητας εντείνει την εξάπλωση του κενού και προοδευτικά το βάρος αυξάνεται, διογκώνεται, αυγαταίνει. ποιο χέρι τώρα μένει να τον κρατήσει; και πληθαίνουν οι έκπτωτοι, στο περιθώριο, συγκρουόμενοι αντιδραστικά με κάθε σηψιμαίο καθεστώς. κρυμμένοι ολοένα κάτω απο τα συντρίμματά τους, μέσα στον ορυμαγδό του βομβαρδισμού κάιε απόληξης των εγκάτων τους.
ενδοσκόπηση τρόπον τινά: πάρτο αυγό και κούρευτο. να ετεροκαθορίζεται από τα ερωτήματα και τα απαντήματα - πλείστες όσες φορές κακά - από τα βλέμματα ή τους τρανταγμούς των άλλων. από τις πράξεις που συνθλίβουν κάθε κίνηση που ξεμακραίνει της ύλης, κάθε φορά που σκύβει την ύπαρξή του για να μην λερώσει τον ισχνό μανδύα που' χει απομείνει να θυμίζει το είδος του. τελικά ναι, είμαστε μόνοι σε τούτο το ταξίδι. μα θα μπορούσαμε να παρακάμψουμε αυτή την αλήθεια, προσποιούμενοι πως δεν είναι έτσι, πως συνυπάρχουμε έστω και εν αυταπάτη, που όμως θα βόλευε για να ξεγελάσουμε το χάος αυτό που μας περιβάλλει ούτως ή άλλως. και το τραγικό για τον έκπτωτο είναι πως η διαπίστωση αυτή βαραίνει ακόμα πιο πολύ τη μοναξιά του. η έλλειψη αυτή της αυταπάτης της συντροφικότητας, οξύνει την αλήθεια της μοναξιάς, που πια καθίσταται ανυπόφορη.
ενόσω φυσικά η βροχή δεν παύει, όχι πλεόν μόνο εκτός ημών, μεταξύ σφύρας και άκμονος, για να σχηματιστεί πλέον ένας άνθρωπος που έστω θα αντέχει, θα υπομένει, θα επιβιώνει. αυτό το στοίχημα καταλήγει σε μέγγενη, μιας και έτσι απόλλυται το νόημα, η καταγωγή και ο προορισμός της ύπαρξης. και τόσα κορμιά τριγύρω να συμφύρονται σε μιαν αδιάκοπη κι αλόγιστη καραιπάλη πτώσης.
εις υγιείαν...
Παρασκευή 27 Μαρτίου 2009
Σημείωμα [1]
Η αληθινή ποίηση μιλά στην ψυχή, καταδύεται στα βάθη της και γρατζουνάει το συμπαγή υμένα που την περιβάλλει. Αν τα καταφέρει και εισέλθει αναμαλλιασμένη στον πιο μύχιο της πυρήνα, έχει κερδίσει το παιχνίδι. Τότε και μόνον τότε...
Είναι σύνηθες να βλέπουμε γύρω μας αμέτρητα βιβλία, στίχους, κείμενα, απόψεις και ανθρώπους που εκφράζονται επί παντός του επιστητού. Οι πιο σοφοί όμως όμως είναι αυτοί που υποστηρίζουν πως κολυμπάνε στον ωκεανό της απέραντης άγνοιας. Όταν ο ίδιος ο Σωκράτης με τη πασίγνωστη ρήση του - Έν οίδα, ότι ουδέν οίδα - μας τονίζει αυτή τη μεγάλη αλήθεια, είναι τουλάχιστον αστείο και αφελές να διατεινόμαστε πως γνωρίζουμε έστω και ελάχιστα. Ούτε μεγάλες έννοιες γνωρίζουμε σε βάθος, ούτε μπορούμε να τις ορίσουμε και επιπλέον, δεν είμαι διόλου πεπεισμένος, ότι μπορούμε να τις βιώσουμε στην καθημερινότητά μας - ιδιωτική και δημόσια. Η ψυχή όμως, έχει ανάγκη από ψήγματα εμπειριών, ώστε να δύναται να φέρνει σε πέρας κάθε υπόθεση του βίου στον οποίο ενυπάρχει και δρά. Έτσι λοιπόν, διψά να έρθει σε επαφή με πράγματα που θα της παράσχουν τέτοια ψήγματα. Η αρμονία και η αταραξία της, μπορεί να πραγματωθεί με την επαφή της με τη φιλοσοφία, την τέχνη και την άσκηση. Η τέχνη είναι ένας από τους βασικούς πυλώνες που μπορεί να οδηγήσει σε αυτή την αρμονία και την ισορροπία, η οποία σε συνδιασμό με την καθημερινότητα θα οδηγήσει στην αυτογνωσία της ψυχής, και κατ' επέκταση του εαυτού.
Όμως ποια τέχνη, ποια φιλοσοφία, ποια άσκηση; Ποια έκφανση τους πληρώνει τα κενά της ψυχής; Αντικειμενικότητα; Υποκειμενικότητα; Μήπως και τα δύο; Χμμμ, μπορεί να είναι και τα δύο, μπορεί και όχι... Το θέμα όμως, και σ' αυτή τη φάση, είναι η αποφυγή του δογματισμού. Ο δογματισμός μπορεί να καταστρέψει κάθε πρόοδο της ψυχής, μαζί με κάθε έργο που συντείνει σε αυτήν. Η συγκέντρωση του εαυτού, ή της ψυχής αν θέλετε, σε μια μοναδική συμπαγή οντότητα που κατέχει τη θέση της αυθεντίας, μόνο τύφλωση έχει να προσφέρει σε όσα μάτια διαθέτει η ανθρώπινη ύπαρξη και εθελοτυφλία στην εξέλιξη της ζωής. Επομένως και στην ποίηση σημασία έχει το κατά πόσο έχουμε ανοιχτά τα μάτια μας για να την δούμε και να τη βιώσουμε. Η ποίηση δεν είναι μόνο στίχοι σμιλεμένοι πάνω στο χαρτί. Είναι κομμάτια ψυχής φυτρωμένα στα πιο δύσβατα όρη μιας λευκής σελίδας. Γι' αυτό απαιτείται ειλικρίνεια από τον ποιητή, ώστε να αποτυπωθεί στο έργο του η ίδια του η φύση. Ένα απλό και αφελές συνταίριασμα λέξεων, δεν προσφέρει κάτι περισσότερο παρά μιαν άσκοπη περιδίνηση σε έναν θνησιγενή τυφώνα... Γι' αυτό τίθεται το ζήτημα της αληθινής ποίησης και της μίμησής της. Ένα ζήτημα αμείλικτο για όποιον ψάχνει την ουσία και ίσως αδιάφορο , για όποιον καταναλίσκεται απλά στο ξεμυάλισμα εύμολπων αφρών που στολίζουν τα κύματα. Όμως και σε αυτή την περίπτωση, όπως ισχύει γενικά στη ζωή, το ζητούμενο είναι ο καθένας από μας να ψάχνει μόνος του, να ανακαλύπτει μόνος του και να εξελίσσεται μόνος του - χωρίς καθοδηγητές, μα με συνοδοιπόρους. Αφορά στον καθένα μας χωριστά, το αν θα αρκεστεί στην επιφανειακή έκφραση και δράση ή θα προχωρήσει στην εκ βαθέων ψηλάφηση του εγώ .
Αναζητάτε, λοιπόν, την αληθινή ποίηση, την αληθινή φιλοσοφία, την αληθινή άσκηση, τον αληθινό έρωτα, την αληθινή ζωή κι ό,τι άλλο είναι πραγματικό για σας. Η ψυχή σας σίγουρα γνωρίζει...
Είναι σύνηθες να βλέπουμε γύρω μας αμέτρητα βιβλία, στίχους, κείμενα, απόψεις και ανθρώπους που εκφράζονται επί παντός του επιστητού. Οι πιο σοφοί όμως όμως είναι αυτοί που υποστηρίζουν πως κολυμπάνε στον ωκεανό της απέραντης άγνοιας. Όταν ο ίδιος ο Σωκράτης με τη πασίγνωστη ρήση του - Έν οίδα, ότι ουδέν οίδα - μας τονίζει αυτή τη μεγάλη αλήθεια, είναι τουλάχιστον αστείο και αφελές να διατεινόμαστε πως γνωρίζουμε έστω και ελάχιστα. Ούτε μεγάλες έννοιες γνωρίζουμε σε βάθος, ούτε μπορούμε να τις ορίσουμε και επιπλέον, δεν είμαι διόλου πεπεισμένος, ότι μπορούμε να τις βιώσουμε στην καθημερινότητά μας - ιδιωτική και δημόσια. Η ψυχή όμως, έχει ανάγκη από ψήγματα εμπειριών, ώστε να δύναται να φέρνει σε πέρας κάθε υπόθεση του βίου στον οποίο ενυπάρχει και δρά. Έτσι λοιπόν, διψά να έρθει σε επαφή με πράγματα που θα της παράσχουν τέτοια ψήγματα. Η αρμονία και η αταραξία της, μπορεί να πραγματωθεί με την επαφή της με τη φιλοσοφία, την τέχνη και την άσκηση. Η τέχνη είναι ένας από τους βασικούς πυλώνες που μπορεί να οδηγήσει σε αυτή την αρμονία και την ισορροπία, η οποία σε συνδιασμό με την καθημερινότητα θα οδηγήσει στην αυτογνωσία της ψυχής, και κατ' επέκταση του εαυτού.
Όμως ποια τέχνη, ποια φιλοσοφία, ποια άσκηση; Ποια έκφανση τους πληρώνει τα κενά της ψυχής; Αντικειμενικότητα; Υποκειμενικότητα; Μήπως και τα δύο; Χμμμ, μπορεί να είναι και τα δύο, μπορεί και όχι... Το θέμα όμως, και σ' αυτή τη φάση, είναι η αποφυγή του δογματισμού. Ο δογματισμός μπορεί να καταστρέψει κάθε πρόοδο της ψυχής, μαζί με κάθε έργο που συντείνει σε αυτήν. Η συγκέντρωση του εαυτού, ή της ψυχής αν θέλετε, σε μια μοναδική συμπαγή οντότητα που κατέχει τη θέση της αυθεντίας, μόνο τύφλωση έχει να προσφέρει σε όσα μάτια διαθέτει η ανθρώπινη ύπαρξη και εθελοτυφλία στην εξέλιξη της ζωής. Επομένως και στην ποίηση σημασία έχει το κατά πόσο έχουμε ανοιχτά τα μάτια μας για να την δούμε και να τη βιώσουμε. Η ποίηση δεν είναι μόνο στίχοι σμιλεμένοι πάνω στο χαρτί. Είναι κομμάτια ψυχής φυτρωμένα στα πιο δύσβατα όρη μιας λευκής σελίδας. Γι' αυτό απαιτείται ειλικρίνεια από τον ποιητή, ώστε να αποτυπωθεί στο έργο του η ίδια του η φύση. Ένα απλό και αφελές συνταίριασμα λέξεων, δεν προσφέρει κάτι περισσότερο παρά μιαν άσκοπη περιδίνηση σε έναν θνησιγενή τυφώνα... Γι' αυτό τίθεται το ζήτημα της αληθινής ποίησης και της μίμησής της. Ένα ζήτημα αμείλικτο για όποιον ψάχνει την ουσία και ίσως αδιάφορο , για όποιον καταναλίσκεται απλά στο ξεμυάλισμα εύμολπων αφρών που στολίζουν τα κύματα. Όμως και σε αυτή την περίπτωση, όπως ισχύει γενικά στη ζωή, το ζητούμενο είναι ο καθένας από μας να ψάχνει μόνος του, να ανακαλύπτει μόνος του και να εξελίσσεται μόνος του - χωρίς καθοδηγητές, μα με συνοδοιπόρους. Αφορά στον καθένα μας χωριστά, το αν θα αρκεστεί στην επιφανειακή έκφραση και δράση ή θα προχωρήσει στην εκ βαθέων ψηλάφηση του εγώ .
Αναζητάτε, λοιπόν, την αληθινή ποίηση, την αληθινή φιλοσοφία, την αληθινή άσκηση, τον αληθινό έρωτα, την αληθινή ζωή κι ό,τι άλλο είναι πραγματικό για σας. Η ψυχή σας σίγουρα γνωρίζει...
Σάββατο 14 Μαρτίου 2009
Δε θυμόταν αν είχε πετάξει κομματάκια του εαυτού του
στους δρόμους από τους οποίους είχε περάσει/
Μάλλον η αμνησία τού' χε γίνει πια συνήθεια
όπως τα μάτια που άνοιγε κάθε πρωί/
Συνέχιζε να σαπίζει μαζί με τα συκώτια των ποιητών
μαζί με τα δάκρυα των αστέγων- με τα πλοκάμια των θηρίων
που ανέβλυζαν νύχτα μέρα - μέρα νύχτα - στη σιωπή του/
Δε θυμόταν σε ποιο δρόμο έπρεπε να στρίψει για να φτάσει στη ζωή του
Δε θυμόταν γιατί πάντα πρέπει να ξεχνάει για να' ναι ζωντανός/
Και πού να βρει το κουράγιο να αναδιπλώνεται
σε κάθε δυστύχημα - σε κάθε θάνατο - σε κάθε καταιγίδα/
Ένα φάος δεν χωράει στα χέρια - μια απώλεια μπορεί
όσο βαρειά και να' ναι πάντοτε χωράει κι άλλη - κι άλλη - κι άλλη/
Ό ήλιος πάντα ξεραίνει στη γη τη στερημένη γλώσσα
Όσα πικρά ποτά και να πιεί δεν ξεδιψάει
Τίποτε πια δεν μπορεί να ανακαλύψει τα χαμένα
Αυτά που μπορεί να ξαναβρεθούν σε κάποιο άλλο μονοπάτι
να πληγώσουν άλλα χέρια - να τρυπήσουν ξένα παπούτσια/
Να γευματίσουν άλλη χαμένη σάρκα - ας είναι
Όλα ξεχνιούνται κάποτε - Ακόμα και η αμνησία/
Τελικά όλα τα είχε ξεχάσει - τα τυπικά και τα παράτυπα
Όλα είχαν χαθεί στους δρόμους κάτω απ'τις σκιές του
Τα πάντα είχαν εφορμήσει στην ανυπαρξία/
Τελικά τίποτε δε θυμόταν
στους δρόμους από τους οποίους είχε περάσει/
Μάλλον η αμνησία τού' χε γίνει πια συνήθεια
όπως τα μάτια που άνοιγε κάθε πρωί/
Συνέχιζε να σαπίζει μαζί με τα συκώτια των ποιητών
μαζί με τα δάκρυα των αστέγων- με τα πλοκάμια των θηρίων
που ανέβλυζαν νύχτα μέρα - μέρα νύχτα - στη σιωπή του/
Δε θυμόταν σε ποιο δρόμο έπρεπε να στρίψει για να φτάσει στη ζωή του
Δε θυμόταν γιατί πάντα πρέπει να ξεχνάει για να' ναι ζωντανός/
Και πού να βρει το κουράγιο να αναδιπλώνεται
σε κάθε δυστύχημα - σε κάθε θάνατο - σε κάθε καταιγίδα/
Ένα φάος δεν χωράει στα χέρια - μια απώλεια μπορεί
όσο βαρειά και να' ναι πάντοτε χωράει κι άλλη - κι άλλη - κι άλλη/
Ό ήλιος πάντα ξεραίνει στη γη τη στερημένη γλώσσα
Όσα πικρά ποτά και να πιεί δεν ξεδιψάει
Τίποτε πια δεν μπορεί να ανακαλύψει τα χαμένα
Αυτά που μπορεί να ξαναβρεθούν σε κάποιο άλλο μονοπάτι
να πληγώσουν άλλα χέρια - να τρυπήσουν ξένα παπούτσια/
Να γευματίσουν άλλη χαμένη σάρκα - ας είναι
Όλα ξεχνιούνται κάποτε - Ακόμα και η αμνησία/
Τελικά όλα τα είχε ξεχάσει - τα τυπικά και τα παράτυπα
Όλα είχαν χαθεί στους δρόμους κάτω απ'τις σκιές του
Τα πάντα είχαν εφορμήσει στην ανυπαρξία/
Τελικά τίποτε δε θυμόταν
Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2009
Ένδειξη*
Στο ποίημά του "Ένδειξη", ο Γάλλος ποιητής Ρενέ Σαρ ξεκινάει λέγοντας:
"Πώς να ζήσει κανείς δίχως άγνωστο μπροστά του;
Οι άνθρωποι σήμερα θέλουν το ποίημα νάναι κατ' εικόνα
της ζωής τους με τον τόσο λίγο σεβασμό, με το τόσο λίγο
διάστημα και πυρπολημένης από μισαλλοδοξία."
Ξεκινάμε με αφετηρία το άγνωστο, πορευόμαστε μιαν ολόκληρη ζωή έχοντας μπροστά μας το είδωλό του, φτάνουμε εν τέλει στο άγνωστο. Η αφετηρία μας είναι και η κατάληξή μας. Ο Αναξίμανδρος, της σχολής της Μιλήτου, θεωρεί πως όταν κάτι πεθαίνει επιστρέφει στην αρχή. Σαν αρχή νοείται μόνον το άπειρο, στο οποίο επιστρέφει κάθετι που γεννιέται και είναι πεπερασμένο. Ο Επίκουρος μας προτείνει την μη ύπαρξη εκτός της ζωής, σε μια πιο υλική προσέγγιση των πραγμάτων. Επομένως ερχόμαστε από το τίποτε και καταλήγουμε εκεί. Έχουμε, δηλαδή, μια τριπλή σχέση μεταξύ των αξόνων του τίποτε, του αγνώστου και του απείρου. Μια ταυτοτική πιθανώς σχέση, μέσω της οποίας καλούμαστε να βαδίσουμε μέσα σε αυτόν τον κόσμο. Να ξεδιαλύνουμε σε κάθε περίσταση της ζωής μας ποιός άξονας απαντά στα αγωνιώδη ερωτήματά μας, στα αδιέξοδα, στα λάθη και τις προσπάθειές μας για απόδραση. Το ποίημα, σε κάθε περίπτωση, φτάνει να αποτυπώσει όλα αυτά τα στοιχεία σε μια συμπυκνωμένη έκφραση ανάγκης, που επεκτείνεται στην ανώτερη μορφή της σε κάποιο είδος εφηρμοσμένης φιλοσοφίας.
Το σημερινό πλαίσιο της κοινωνίας και του μικρόκοσμού μας, οδηγεί τους ανθρώπους να επιδιώκουν την επαφή με ένα ποίημα κατ' εικόνα της ζωής τους, σύντομο, δίχως σεβασμό και πυρπολημένο από μισαλλοδοξία, όπως επισημαίνει μέσα απο τους στίχους του ο Σαρ. Μια κοινωνία, όπου εκλείπει το επικό στοιχείο, μιας και όλοι οι ήρωες φαίνεται να έχουν κουρνιάσει στους τάφους μιας ανυποληψίας και μιας απαξίωσης πιο αβάσταχτης κι από τον ίδιο το θάνατο, έχει σαν αποτέλεσμα την κατάρριψη του στοχασμού εν τοις πράγμασι΄ προκαλεί την έκπτωση του ποιήματος σε μιαν επέλαση αβάσταχτη στο βίο του ποιητή και μια διέλευση αδύνατη μέσω των κλειστών λεωφόρων την ανθρώπινης εγωπάθειας.
"Επειδή δεν τους είναι πια θεμιτό να ενεργούν για τα ύψι-
στα, μέσα στη μοιραία τους απασχόληση να καταστρέφο-
νται από τον όμοιό τους, επειδή ο ακινητοποιημένος πλού-
τος τους τούς στομώνει και τους αλυσσοδένει, οι άνθρωποι
σήμερα, με το εξασθενημένο ένστικτο, χάνονται ενώ διατη-
ρούνται ζωντανοί, ίσαμε τη σκόνη του ονόματός τους."
Στο πλαίσιο της επικούρειας αντίληψης, ό,τι αποσταθεροποιεί την ψυχή και την ωθεί προς την κίνηση, συνιστά ηθικό κενό και ματαιοδοξία. Η εγωκεντρική νοοτροπία που φυλακίζει τον άνθρωπο σ' ένα φαύλο κύκλο επιδίωξης της απόκτησης πλούτου, φήμης, ενός εγώ υπεριπταμένου του σώματος της ανθρωπίνης κοινωνίας, καταλήγει στη διάρρηξη του υποκειμένου με το άλλο, με τον συνάνθρωπο, με τον κόσμο. Τότε, ο άνθρωπος, έχει στην καθημερινότητά του την μοιραία απασχόληση να καταστρέφεται από τους ομοίους του' η τραγική αυτή εξέλιξη στα πράγματα εντέλλει το σώμα τούτο σε μιαν αυτοκαταστροφή αμετάκλητη. Έτσι στομώνει και αλυσσοδένει τους ανθρώπους ο ακινητοποιημένος πλούτος τους, προκαλείται η φθίση του ενστίκτου τους και η ψυχική φθορά έχει ως συνέπεια τον θάνατο εν ζωή. Ένα θάνατο πιο οδυνηρό κι από τον θάνατο της σάρκας! Η ζωή του ανθρώπου φτάνει πλέον ίσαμε τα όρια της σκόνης του ονόματός του.
"Γεννημένο από την κλήση της εκπλήρωσης και την αγωνία
της αναστολής το ποίημα, ανεβαίνοντας μες απ' το πηγάδι
του της λάσπης και των άστρων, μαρτυρία σχεδόν σιωπηλή,
ότι δεν υπάρχει μέσα του τίποτε, που δεν υπήρξε πραγμα-
τικά κι αλλού μέσα σ' αυτόν τον ανάστατο κι ερημικό
κόσμο των αντιφάσεων."
Αναδύεται, λοιπόν, μέσα από τη ματαιότητα του κόσμου το ποίημα, αγωνιώντας να εκπληρώσει και φοβούμενο μην ανασταλλεί έχοντας επίγνωση της βαρύτητας του μηνύματός του. Ποιού, άραγε, μηνύματος; Της πηγής και του προορισμού; Του τίποτε; Του αγνώστου; Του απείρου; Του τρόπου τού είναι εντός της ζωής; Όλων αυτών μαζί; Το ποίημα αντικρύζει, πάντως, τη Γη και τον Ουρανό, κι ενσταλαγμένο μέσα στο όλον που υπάρχει εξατμίζεται αναζητώντας μιαν ολοκλήρωση μέσα του, μεταφέροντας είδωλα από αυτά που φαίνονται αλλά και από αυτά που δεν φαίνονται΄ γιατί η ύπαρξή του εδράζεται μέσα σε όλα αυτά και πιθανώς να καταλήγει εκεί, όπως και η βαρύνουσα - κατά τον άνθρωπο - δική του ύπαρξη. Γιατί είν'αλήθεια πως το ποίημα μαρτυρά σιωπηλά σχεδόν ότι δεν υπάρχει μέσα του τίποτε που δεν υπήρξε, ή δεν υπάρχει ακόμη, πραγματικά κι αλλού μέσα σ'αυτόν τον ανάστατο κι ερημικό κόσμο των αντιφάσεων. Το ποίημα έρχεται από το άγνωστο, ζει με το άγνωστο μπροστά του και καταλήγει σ' αυτό.
Είναι μια ένδειξη ζωής που ταυτόχρονα ενδεικνύει το θάνατο. Μέσα στο θάνατο της ζωής και τη ζωή του θανάτου, μπορεί να μας εμπνεύσει έναν τρόπο για να ζούμε στοχεύοντας στην ηδονή και την ακινησία της ψυχής. Ελπίζοντας πως το άγνωστο που βιώνουμε και ως πηγή αλλά και ως προορισμό μπορεί να είναι το μηδέν, το άπειρο ή το άγνωστο αυτό καθαυτό, καθώς και, σε μιαν ασύλληπτη από μας τρισυπόστατη σύνθεση στο εν, όλα αυτά μαζί. Με έναν τρόπο όμως, που η ζωή μας να έχει νόημα μέσα στο μη νοούμενό της, πραγματωμένο μέσα στα "μικρά" κι "ελάσσονα" που γαληνεύουν τη θάλασσα της ψυχής μας και λούζουν τα μάτια μας με το φως του ήλιου, γεμίζοντας το κενό της!
Να είναι ο άνθρωπος, όπως λέει σε κάποιον άλλο στίχο του ο Σαρ, "κυψέλη πετώντας προς τις πηγές του ύψους, μ' όλο το μέλι της και μ'όλες τις μέλισσές της".**
* Από τη συλλογή του Ρενέ Σαρ, Το κονιορτοποιημένο ποίημα (1947)
** Ενότητα 203 από τη συλλογή του Ρενέ Σαρ, Σελίδες ύπνου (1946)
Ο Ρενέ Σαρ είναι Γάλλος ποιητής, γεννημένος στην Isl-Sur-Sorgue (14/6/1907 - 19/2/1988)
Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2009
- - - - - - - - - - - - - - - - - - -
Θλίμματα όταν μιλώ/
όταν ανασαίνω/ όταν πνίγομαι
Όλες οι θάλασσες γύρω που θάλπουν
Θλίμματα-σταγόνες ουρανού και αβύσσου
/να σπαράζουν στις σκόνες/
τα τεντωμένα μου χέρια
-δεν υπάρχουμε όταν είμαστε ελεύθεροι-
-πόσο πεθαίνουμε σε κάθε μας σκλαβιά-
Υποταγές στα θλίμματα στα ποιήματα
/έχουμε γεμάτα τα άδεια μας χέρια/
Όταν μιλώ κομμάτια
-όπως τα χέρια και τα λόγια-
Είπαμε δεν υπάρχουμε-μη το πιέζεις
Στις λόχμες του πνεύμονα
που εκλιπαρεί για οξυγόνο
-πες μου πόσο και αν με αντέχεις-
-εγώ δεν ξέρω πια-
Στα θλίμματα είμαι
/Το Θηρίο δε μ΄αφήνει/ ευτροφικό πλέον
δεν μπορεί να κρυφτεί
Και απο πού; Από ποια στυγνά μάτια;
Δεν ξέρω πια
Είπαμε όταν σας μιλω - στα θλίμματα είμαι
Θλίμματα είμαι
όταν ανασαίνω/ όταν πνίγομαι
Όλες οι θάλασσες γύρω που θάλπουν
Θλίμματα-σταγόνες ουρανού και αβύσσου
/να σπαράζουν στις σκόνες/
τα τεντωμένα μου χέρια
-δεν υπάρχουμε όταν είμαστε ελεύθεροι-
-πόσο πεθαίνουμε σε κάθε μας σκλαβιά-
Υποταγές στα θλίμματα στα ποιήματα
/έχουμε γεμάτα τα άδεια μας χέρια/
Όταν μιλώ κομμάτια
-όπως τα χέρια και τα λόγια-
Είπαμε δεν υπάρχουμε-μη το πιέζεις
Στις λόχμες του πνεύμονα
που εκλιπαρεί για οξυγόνο
-πες μου πόσο και αν με αντέχεις-
-εγώ δεν ξέρω πια-
Στα θλίμματα είμαι
/Το Θηρίο δε μ΄αφήνει/ ευτροφικό πλέον
δεν μπορεί να κρυφτεί
Και απο πού; Από ποια στυγνά μάτια;
Δεν ξέρω πια
Είπαμε όταν σας μιλω - στα θλίμματα είμαι
Θλίμματα είμαι
- Όταν περνάει έξω από τα παράθυρα η Συνείδηση του κόσμου, όταν ακούγονται στα ραδιόφωνα οι κολακείες των πρακτόρων τους, όλοι νομίζουν πως ο κόσμος προοδεύει. Μα εγώ, σας έχω πει προ πολλού για τις αλυσίδες! Όλες αυτές που σας έχουν μπλεγμένους και σας συνθλίβουν δίχως σταματημό! Τα παιδιά που παίζουν στα πάρκα δεν καταλαβαίνουν. Το ίδιο κι εσείς. Μα νομίζετε ότι καταλαβαίνετε- κι αυτό είναι το χειρότερο! Δε μιλώ γιατί όταν μιλώ κλαίω. Αλλά χωρίς δάκρυα! Κι ίσως γι' αυτό δε με παρατηρεί κανείς. Η Συνείδηση κάποτε θα ξυπνήσει... ίσως στο θάνατο, ίσως πριν, ίσως μετά... Όμως τα φύλλα θα έχουν σαπίσει σα φθινόπωρο και θα ψιθυρίζουν στον αέρα πως, άλλη φορά όταν θα φωνάζει θα πρέπει τα λόγια του να είναι καθαρά, κάθως είναι εύπιστοι οι άνθρωποι και ξεγελιούνται. 'Οταν περνάει έξω η πομπή, άλλη φορά, να τη θυμάστε την Αλεξάνδρεια...-
Θλίμματα περνούνε έξω
Σαν πόδια-σα σκιές- σαν ερπύστριες
-Τα μανιτάρια που γεννιούνται εντός
κάθε φορά που εξαπατώμαστε/
είναι σα κύτταρα στη σάρκα
ευγενή σε διαίρεση αναπνέοντα
Η φυγή ποτέ δεν ήταν λύση- απλά μια τελετή για την επόμενη ήττα
Θλίμματα περνούνε έξω
Σαν πόδια-σα σκιές- σαν ερπύστριες
-Τα μανιτάρια που γεννιούνται εντός
κάθε φορά που εξαπατώμαστε/
είναι σα κύτταρα στη σάρκα
ευγενή σε διαίρεση αναπνέοντα
Η φυγή ποτέ δεν ήταν λύση- απλά μια τελετή για την επόμενη ήττα
Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2008
Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2008
Τυχεροί
Εδώ με αφήνεις
Εδώ με πνίγεις
Εδώ με περισυλλέγεις
σαν έμβιο απόρριμμα εκποίησης
Μα ποιον κοροϊδεύω
Η ζωή δεν εκτυλίσσεται βραδέως
Βραχέως εκπίπτει
σε μιαν αναίσχυντη επίλυπη οδύνη
που υφαίνει μάρμαρα χαμού
και ετερόκλητες κραυγές
Πόσο τυχεροί είμαστε
που δεν πεθαίνουμε
μετά από κάθε Θάνατό μας
Εδώ με πνίγεις
Εδώ με περισυλλέγεις
σαν έμβιο απόρριμμα εκποίησης
Μα ποιον κοροϊδεύω
Η ζωή δεν εκτυλίσσεται βραδέως
Βραχέως εκπίπτει
σε μιαν αναίσχυντη επίλυπη οδύνη
που υφαίνει μάρμαρα χαμού
και ετερόκλητες κραυγές
Πόσο τυχεροί είμαστε
που δεν πεθαίνουμε
μετά από κάθε Θάνατό μας
Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2008
Είναι...
Ποίηση είναι το κάτοπτρο της πραγματικότητας, αυτής που ορίζουνε τα μάτια σου. Είναι να σηκώνεσαι το πρωί και ν'αντικρύζεις τον ήλιο. Σαν πέσει η νύχτα, με τα ίδια μάτια , ν'αντικρύζεις το σκοτάδι της . Γιατί είναι και τα δυο μέσα σου, είναι κομμάτι του εαυτού σου. Ποίηση είναι να μη φοβάσαι να πεις αυτό που υπάρχει πιο πέρα από σένα, πιο πέρα από τον κόσμο, μέσα σου. Ποίηση είναι η ειλικρίνεια να κοιτάζεις το "μικρό" εαυτό σου στον καθρέφτη και να τον αγαπάς. Να τον σιχαίνεσαι, να τον λυπάσαι, να τον οικτίρεις, να τον χαίρεσαι, να του κλείνεις πονηρά το μάτι, να τον συγχαίρεις, να τον εξαφανίζεις... Είναι να τον δέχεσαι και να τον απορρίπτεις, να τον λιμαίνεσαι, να τον εξυψώνεις, να τον προδίδεις... Ποίηση είναι να λυγάς μπροστά του, να χαλυβδώνεσαι, να κλαίς και να γελάς! Να τον παρασέρνεις και να τον εγκαταλείπεις! Αυτό είναι... να τον ποθείς και να τον αποστρέφεσαι, δίχως όρια! Όταν περπατάς να χαίρεσαι τον καθαρό αέρα που αναπνέεις και να ανέχεσαι τις βρώμικες μυρωδιές της πόλης. Να μαζεύεις τα σκουπίδια από το δρόμο και να τα πετάς στους πράσινους κάδους. Να μαζευείς λουλούδια για να στολίσεις την αγκαλιά μιας γυναίκας. Να χαιδεύεις τα ζώα που στριφογυρίζουν στα πόδια σου. Να χαιδεύεις τους τοίχους των κτιρίων, τα τσιμέντα, τις πλάκες των πεζοδρομίων για ν'ακούσεις πώς χτυπάνε οι καρδιές τους. Να αντιλαμβάνεσαι ότι όλα υπάρχουν γιατί πρέπει να υπάρχουν... Όλα συνθέτουν τον αποσυντεθειμένο "ανθρώπινο" ιστό που σε περιβάλλει... Και τα έχεις ανάγκη! Χωρίς αυτά δεν είσαι... και η ποίηση δεν είναι... Δε ζει γιατι και 'συ δε ζεις! Όλα είναι μάταια...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)