Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πεζά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πεζά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2013
Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2011
Μια μαριονέτα αφηγείται
Γεννήθηκα μαριονέτα
πεθαίνω μαριονέτα
παθαίνω κατάθλιψη όταν με γρατζουνάει το σύρμα απ’ όπου κρέμονται τα μέλη μου ή όταν ο σπάγκος τυλίγεται γύρω από το λαιμό μου. μα όταν έρχεται η ώρα της παράστασης τα ξεχνάω όλα και απλά παίζω. με τον καιρό κατάλαβα πως μια μαριονέτα την βολεύει να την κινούνε άλλοι – είναι πιο ξεκούραστα έτσι – και πάντα μετά το τέλος της παράστασης πηγαίνει για ύπνο˙ οι μαριονέτες λατρεύουν τον ύπνο. είναι ακίνδυνα τα όνειρα όταν κοιμάσαι. όμως κάπου κάπου δαγκώνει το κορμί μου ένας σκώρος από μέσα – πράγμα παράδοξο γιατί είμαι φτιαγμένη από ξύλο κέδρου -- και μοιάζει σαν να φαγώνει τα σπλάχνα μου σκαλίζοντας μια σπείρα ενώ ανεβαίνει ολοένα προς το κεφάλι μου. με τρομάζει πολύ αυτός ο σκώρος κι όλο πασχίζω να ξεχνιέμαι βάζοντας το μυαλό μου να επαναλαμβάνει βασανιστικά τις κινήσεις ή τα λόγια των παραστάσεων που πρωταγωνιστώ. είναι επίσης ξεκούραστο το να μιλάει κάποιος άλλος για σένα -- έτσι δεν χρειάζεται να σκέφτεσαι πολύ πολύ κι απλά επαναλαμβάνεις μέσα σου τα λόγια του -- ακόμα κι αν αυτός είναι κάποιος που δεν γνωρίζεις. ο σκώρος λοιπόν κι αυτός ο άλλος: αυτοί πρωταγωνιστούν στην δική μου παράσταση ενώ εγώ γίνομαι θέαμα στις παραστάσεις των άλλων. ένας κύκλος πάνω σε έναν κύκλο κι αυτοί πάνω σε έναν άλλο κύκλο και πάει λέγοντας.
Γεννήθηκα μαριονέτα
πεθαίνω μαριονέτα
καμμιά φορά υπάρχει στο κοινό ένας θεατής που συλλαβίζει λέξεις που δεν μοιάζουν με τις λέξεις των άλλων. μιλάει σιγά κάνοντας γκριμάτσες προσπαθεί να ακουστεί μα το βλέμμα του θάβεται κάτω από τα αχόρταγα βλέμματα των άλλων -- αχόρταγα για θέαμα για χρώμα για υποβολή. όμως εγώ βλέπω τα πάντα ασπρόμαυρα μέσα από τα μάτια που μου ζωγράφισε αυτός ο άλλος. ο σκώρος συνεχίζει να με σιγοτρώει και νοιώθω υγρασία να γεμίζει τους πόρους μου. το οξυγόνο καίει τα κύτταρά μου κι ένα άγχος κυματίζει σαν σημαία παντού γύρω μου. ρίχνω κλεφτές ματιές στον άνθρωπο αυτόν που πασχίζει κάτι να μου πει κάτι να δείξει και με κάνει να αναρωτιέμαι. σχεδόν πάντα όμως ένας φόβος τυλίγεται ξανά στο κορμί και το μυαλό μου και αποστρέφω το βλέμμα -- είναι κι ο ρόλος βλέπετε απ’ αυτόν εξαρτάται η ζωή μου. μα ποια ζωή; υπάρχει ζωή; είμαι από ξύλο κέδρου σας είπα˙ παρόλαυτα έχω έναν σκώρο που με μασουλάει λέω λόγια που δεν καταλαβαίνω και ο κόσμος μου είναι η σκηνή – πόσο θα ’θελα να καθίσω απέναντι για λίγο, να βρεθώ στην αντίθετη πλευρα. κι όμως η θέληση μου δεν φτάνει μέχρι εκεί˙ θέλω πάντα να είμαι η καλλίτερη στον ρόλο μου. αυτό κάνω -- αυτό μου έχουν μάθει κι όσοι πέρασαν από δω πριν από μένα. «το βασικό είναι να είσαι η κατάλληλη για τον ρόλο σου» έτσι με δίδαξαν. και δεν παραπονιέμαι˙ η αλήθεια είναι ότι παρόλο που θα ήθελα να βαδίσω δίχως χαλινά έξω από την μικρή σκηνή μου ή από το ξύλινο μου κουτί να αισθανθώ να με γλείφει η βροχή ή να αχνίζω κάτω από τον ήλιο να βρω ίσως κάποιες του είδους μου από άλλα μέρη και να μάθω πράγματα που ποτέ δεν είχα φανταστεί η αλήθεια είναι ότι παρολαυτά περνάω καλά. εξάλλου μετά από κάθε παράσταση αυτός ο άνθρωπος που ξεχωρίζει από τους υπολοίπους φεύγει αθόρυβα – σαν φάντασμα – και χάνεται. μερικές φορές με μια θλίψη ζωγραφισμένη στο πρόσωπο καθώς προλαβαίνω φευγαλέα να διακρίνω και μοιάζουν τα μάτια του με τα δικά μου μάτια. τι τα σκέφτομαι όμως αυτά τώρα; αισθάνομαι να με τραβάνε από ψηλά -- μάλλον ήρθε η ώρα για ύπνο.
Γεννήθηκα μαριονέτα
κοιμάμαι μαριονέτα
Πέμπτη 7 Απριλίου 2011
Θάνατος
Στο δεξί σου μάτι αντίκρυσα την ακρογωνιαία παγοκολώνα. ο συρφετός των μικρών ζοφερών κατοικιδίων σου, με την αγέρωχη τριχωτή τους μεμβράνη να ανεβοκατεβαίνει στο πελματικό κρανίο μου, έβαλε στον νου μου ξανά εκείνες τις εικόνες από τον καιγόμενο οίκο του Ταρκόφσκι, από την κατσαρίδα του Κάφκα, που αναμόχλευε τις στιγμές της ζωής της - όσο ακόμα φορούσε παντελόνια – κραδαίνοντας τις ίνες της πείνας και λυσσώντας για λίγο ενδιαφέρον από όσα πρόσωπα αχνοθυμόταν για οικογένεια. τα πλακάκια ανέσυρα, που είχα περπατήσει στην βρώμικη πόλη, ψάχνοντας λίγο νόημα στην παλέτα του ζωγράφου και στα λόγια του κλόουν, ερχόμενος να σε βρω, κι ενώ τρυγούσαν το μυαλό μου οι νότες Σοστακόβιτς (από την Πέμπτη Συμφωνία κατά Μπερνστάιν). τίποτα˙ μονάχα τίποτα κυοφορούσαν οι ώρες: σαν επιδημία σπερματική να κρέμεται στα βλέφαρα του ναρκισσισμού της Πόλης σου. όχι, δεν κατάφερα να δω τους κρεμαστούς κήπους της Άνω Πόλης, γιατί καθώς έχασκε το βλέμμα μου απάνω στην συρμάτινη θέα, με έσπρωξαν με κλωτσιές και μπουνιές και γκρεμίστηκα από κάτι σκάλες καθώς ξημέρωνε. απελπισμένος σκάλιζα τα σκουπίδια για να βρω λέξεις και νόημα ό άντρας με τα μαύρα είχε φύγει; ο άντρας με τα μαύρα ήμουν εγώ; κι εσύ μια αθώα κούκλα που έσπερνε μολύβι και μολυσματικό ουράνιο στους ξεραμένους ουρανίσκους υποψήφιων αποχαυνωμένων εραστών. ο Μπουκόφσκι έφτυνε πουτάνες και τον άθλιο αστικό καθωσπρεπισμό [σε μια χώρα που το να πουλάς την μάνα σου είναι προτέρημα και να σκοτώνεις για χρήμα ή δόξα η αδρή επωδός της επιτυχίας. καλαίσθητα ρούχα και ακριβές μάσκες αν φοράς – η τελευταία λέξη της μόδας]. μα, ο άθλιος δεν τον πίστευα, δεν τον πίστευα… και ήμουν τοποθετημένος εκεί, στην άκρη όλων των προσώπων, να φυλάω κάποιες θερμοπύλες πούχαν νόημα. και να πονάω και να ξαγρυπνώ και να λησμονώ και να τρυπιέμαι από σπασμούς και να σιωπώ. κι όλα τα πρόσωπα να με φτύνουν˙ να με φτύνουν με σάλιο, φλέματα, αίμα, αποστροφή και ανακατωμένη περιφρόνηση. εμετικό υγρό της παραφρονούσας υπερηφάνειάς τους. ο ίλιγγος σαν ταπετσαρία στο μισογκρεμισμένο κτήριο που συνηθίζουν να ταΐζουν τους φρουρούς. μα, δίσταζα να πιστέψω, ο άθλιος δίσταζα…
τον Θάνατο τον αντίκρυσα στο αριστερό σου μάτι. λίγο παραδίπλα από κει που το μικρό παιδί έπεσε νεκρό επάνω στην φωτιά του κήρυκα. από κει που κάηκε σαν χαρτί και η διάφανη στάχτη του εκρατούσε το σχήμα του σώματός του. κι η μάνα του τον κοίταζε ψηλά και κατάνευε. φαινόταν ευχαριστημένη και αναπαυμένη. ο θάνατος - όπως κι ο ουρανός – πάντα βρίσκεται μέσα στα μάτια. στα υπόγεια γλεντάει ο σπαραγμός, τρέφεται με φως κεριών, παραπεταμένο αλκοόλ και μπόλικη ψεύτρα ποίηση. και πάντα ξέρουμε τι επακολουθεί: μετά την απογραφή γίνεται πάντα πόλεμος. πάντα! το έχουν πει άλλωστε κι οι Τζόυ Ντιβίζιον, «η αγάπη πάντα θα μας σχίζει στα δύο», σαν κεραυνός˙ σαν κεραυνός που πέφτει και θερίζει την πίστη για μιαν άλλη τροπή, ένα άλλο σχήμα, για άλλα, καινούρια θεμέλια, που θα μπορέσουν κάποτε να εμπεριστατώσουν την ύπαρξη. μιαν ύπαρξη που κοχλάζει κάτω από τα βρύα και τις λειχήνες και τα λοιμώδη νοσήματα των παγετών. αφρός/ κι αφρίζω/ και λιμάζω/ και τραντάζω/ και παραπέφτω/ και λιμνάζω στα χαλασμένα νερά της λίμνης: της λίμνης υποθήκευση. Έρημος ονομάζεται ό,τι χωρίζει αυτό που είναι άνθρωπός από αυτό που δεν είναι άνθρωπος. μα ποια γυάλινη κούκλα ή ποιο κέρινο ομοίωμα που στοιβάζεται σε μεσημεριανές εκπομπές, φυλλάδες, έντυπα γυαλιστερά και διαφημίσεις ή νυχτερινές προμενάδες με σκύλους να το συνειδητοποιήσει αυτό; η συνειδητοποίηση περνά μέσα από τον πόνο. ο πόνος αποκαλύπτει τι πραγματικά έχει αξία˙ κι εσύ μωρό μου, δεν ξέρω αν έχεις πονέσει στ’ αλήθεια. το ασανσέρ της πολυκατοικίας που μένω βρίσκεται ξανά στο ισόγειο. ίσως κανένας να μην μπήκε εκεί, από τότε που πήγα για μια βόλτα στην πόλη. γύρισα και βρήκα τις ίδιες αράχνες να περιπολούν στα τοιχώματά του, τους ίδιους ιστούς να χαϊδεύουν τα γνώριμα σημεία, τις ίδιες φράσεις γραμμένες δίπλα στα κουμπιά – δίχως σβησίματα ή νεοφερμένες προσθήκες. ίσως δεν πρέπει να μου κάνει εντύπωση: οι άνθρωποι πια δεν έχουν χρώματα κι έτσι δεν βλέπουν προς τα πού μπορούν ή δεν μπορούν να πάνε. πιάνω ξανά την συνηθισμένη μου ασχολία˙ διαβάζω ένα από τα αγαπημένα μου ποιήματα και σε εντοπίζω να κουτουλάς ζαλισμένη πέρα δώθε πέρα δώθε στο κουτάκι αυτών των στίχων: «Η γεωγραφία μ’ άρεζε κάποτε/ Όμως τώρα τόσο χαμένες/ Οι πρωτεύουσες της οδύνης μου/ σε μια δίνη». σου ψιθυρίζω: Θάνατος αγάπη μου, είναι να πιστεύεις τα μάτια!
Παρασκευή 22 Οκτωβρίου 2010
Παράκληση
Ένα φιλί μόνο και υπόσχομαι να μην ονειρευτώ ξανά. σε έχασα, από τότε που είδαμε να δακρύζει το καλοκαίρι, καθώς διασπείρονταν τα κορμιά μας σκόνη στον ορίζοντα. ήλπιζα τότε να σε ξαναδώ. να κλείσω σφαλιστά την εικόνα σου μέσα στα μάτια μου. η βροχή να γδέρνει τον πόνο και κάθε έρωτα που'χα ζήσει. δεν θέλω να φοβάμαι τον χειμώνα, την εποχή χωρίς εσένα - μα εσύ χάθηκες. η θάλασσα κι ο ουρανός δεν με κοιτάζουν πια. φοβάμαι ότι θα μείνω μόνος, σε κείνη την παραλία που χωριστήκαμε και πως οι πέτρες δεν θα μου μιλάνε πια. ένα φιλί μόνο και υπόσχομαι να μην ονειρευτώ ξανά. μου αρκεί η ένωση με τα χείλη σου για μιαν ολάκερη ζωή, κι ας μην κουρνιάσω άλλο πια μέσα στα όνειρα. οι φλέβες μου θάχουν αγγίξει την θέωση και το στόμα μου θάχει μεταλάβει την ιερή ουσία που αναβλύζει το κορμί σου. δεν με νοιάζουν οι υποσχέσεις για την αιωνιότητα. η μια στιγμή της ανάστασης μαζί σου θάναι αρκετή, για να μην νοιώσω ποτέ πάλι μοναξιά. η θλίψη θα καεί σαν τελευταίο κερί κι εσύ θα είσ' η φλόγα. το σχήμα του κόσμου δεν με συγκινεί κι αδιαφορώ για τα επιτεύγματα του ανθρώπου. κι αν η καρδιά είναι διάτρητη κι η ψυχή μου δεν έχει γονείς, λίγα λόγια υπάρχουν να πω: ένα φιλί μόνο και μέτα μπορείς να με ξεχάσεις.
Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2010
Μηνύ_μ_α_τ_α
Μήνυμα 1: έλα πού είσαι; Σε έπαιρνα τηλ και δεν απαντούσες. όλα καλά; :)
Μήνυμα 2: γεια σου. ολα καλά. δεν το ακουγα. τωρα μολις ειδα το μην σου. εσυ;
Μήνυμα 3: καλά κι εγώ. προσπαθώ να γράψω. έλεγα να πηγαίναμε καμμιά βόλτα. στην παραλία ίσως. έχω καιρό να πάω. ωραία θα ήταν να πηγαίναμε μαζί.
Μήνυμα 4: ενταξει. καποια μερα μες στη βδομαδα θα παμε. πρεπει να φυγω. θα ετοιμαστω. καλο βραδυ.
Μήνυμα 5: γεια. λέω να κατέβω παραλία. θάρθεις;
Μήνυμα 6: πες μου. εγώ ξεκίνησα…
Μήνυμα 7: γιατί δεν απαντάς; ωραία θα ήταν να βρισκόμασταν, έστω για λίγο. αν δεν μπορείς…
Μήνυμα 8: σε παίρνω και δεν το σηκώνεις… μάλλον ενοχλώ…
Μήνυμα 9: …
Μήνυμα 10: πού χάθηκες; ακόμα να πάμε εκείνη την βόλτα.
Μήνυμα 11: δεν ξέρω τι έπαθες… γιατί δεν μου μιλάς; Έχω και μέρες να σε δω ονλάιν. είσαι οκ;
Μήνυμα 12: ελα. ολα καλα. ελειπα. πηγαμε με τα κοριτσια αθηνα. περασαμε τελεια. δεν μπορουσα να μιλησω. σορρυ.
Μήνυμα 13: δλδ δεν μπορείς να μου το πεις; πρέπει να σου στέλνω και να σε παίρνω εκατό φορές;;; κι εσύ τπτ;;;
Μήνυμα 14: μην με πιεζεις. δεν μπορω. τα εχουμε πει πολλες φορες. δεν μπορω ετσι…
Μήνυμα 15: γιατί εγώ μπορώ δλδ; να θέλω να σου μιλήσω είναι πίεση; ευχαριστώ πολύ. νόμιζα ότι περνούσες καλά μαζί μου. νόμιζα η επικοινωνία μας ήταν κάτι ευχάριστο για σένα.
Μήνυμα 16: μην το κανεις τοσο δραματικο. καλα περναμε. αλλα οκ.μην τρελαινεσαι… :Ρ
Μήνυμα 17: μην τρελλαίνομαι; α, έτσι το βλέπεις εσύ… οκ…γεια!!!
Μήνυμα 18: γεια.
Μήνυμα 19: έλα τι κάνεις; μου έχεις λείψει. και προχτές στο νετ δεν μου μιλούσες… πώς είσαι;
Μήνυμα 20: ρε αγάπη… πού είσαι;
Μήνυμα 21: τζαααααα!!!! θα πεις τπτ;;;
Μήνυμα 22: ουφ!!! πάλι τα ίδια…
Μήνυμα 23: ελα. γιατι κανεις ετσι ρε συ; τωρα θα φυγω. εχω κανονισει για το βραδυ. καλα να περασεις οπου κι αν πας.
Μήνυμα 24: στο τρας θα είσαι;;; μπορεί να έρθω κι εγώ απόψε…
Μήνυμα 25: καλά. να περάσεις όμορφα. ίσως τα πούμε το βράδυ. :/
Μήνυμα 26: σε πήρε το μάτι μου. ήθελα να σου μιλήσω αλλά όλο με κάποιον ήσουν. μετά χάθηκες. πώς πέρασες;
Μήνυμα 27: πού είσαι; δεν θέλω να σε πιέζω αλλά σήκωσε το και μια φορά. :/
Μήνυμα 28: τελικά, εκείνη την βόλτα θα την πάμε ποτέ; :[
Μήνυμα 29: ελα. γεια. ειπαμε ναι βρε. θα παμε…
Μήνυμα 30: πότε λες; αύριο; καλά είναι;
Μήνυμα 31: καλά, σε αφήνω. θα σου στείλω αύριο.
Μήνυμα 32: έλα. θα κατεβούμε; γεια.
Μήνυμα 33: πού είσαι; πάλι δεν το σηκώνεις…
Μήνυμα 34: είναι εκνευριστικό αυτό που κάνεις. έλεος δλδ. θέλω να σου μιλήσω. στην τελική, αυτά που δέχεσαι κάνε τα πράξη!!! τι θα κάνω με σένα;
Μήνυμα 35: άντε γειααα!!!!
Μήνυμα 36: ρε χαζό, σ’ αγαπάω, νοιάζομαι για σένα… ;)
Μήνυμα 38: ρεεεεεεεεεεεεεεεεεε… πού είσαι;;;;;;;;;; :((((
Μήνυμα 39: γιατί το κάνεις αυτό;
Μήνυμα 40: καλά. συγγνώμη. δεν θα σε ζαλίσω άλλο… φιλιά!!!
Μήνυμα 41: μου έλειψες. καλά είσαι;
Μήνυμα 42: σ’ αγαπάω ρε συ… πες μου κάτι… :(
Μήνυμα 43: τίποτα…
Μήνυμα 44: .
Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2010
Μικρή ιστορία
Ήρθαμε στο πρωινό, φτιαγμένοι από υγρασία και ομίχλη, για να σπάσουμε τα μάρμαρα. καρφωθήκαμε πάνω στα αγουροξυπνημένα βλέμματα των περαστικών, που μας σκούπησαν γοργά με ένα μαντήλι - ή έστω με τις άκρες των μανικιών τους. σφυρίξαμε τα παγωμένα σφυρίγματα, μπλεγμένοι με ήχους από αυτοκίνητα, κόρνες, παχειές ομιλίες, φωνές, βήματα κι ένα σωρό ήχους του δρόμου. δεν ξέρουμε αν μας άκουσε κανείς, η πρόοδος άλλωστε πάντα υπέσκαπτε την υγρασία και την ομίχλη και τα παγωμένα σφυρίγματα [η φωτιά, η φωτιά ήταν πάντοτε για κείνη το μέσο με το οποίο ξεγελούσε τους απλούς ανθρώπους]. έσχατο τεταρτημόριο του ορυκτού μας κύκλου - ο ήχος από την αγάπη που σβήνει - τα νεύματα συγκατάνευσης και αποχαιρετισμού - η αυλαία τελικά να αιμάσσει στιγμή στιγμή κάθε σταγόνα από την σταγόνα μας. τα αυλάκια που' ναι χαραγματιές στο γλυπτό του κόσμου - και δένουν το κορμί του- στεγνώνουν σιγά σιγά. ξεραίνεται ο ρόλος μας κι όλη η έμβια ύλη αποβάλλει τη μνήμη μας. τοκετός θανάτου.
Πέμπτη 15 Ιουλίου 2010
Τα γάντια
Έτσι όπως κατέβαινα τον δρόμο, αυτόν που περνάει από το πάρκο που συνηθίζουμε να μαζευόμαστε, αντιλήφθηκα ότι δεν είχα στις τσέπες μου πια αυτά τα γάντια που μ’ αρέσει να φοράω. ξέρεις, αυτά τα γάντια που φτάνουν μέχρι την μέση των δαχτύλων και έχουν και κάμποσες τρύπες από την χρήση -τα έχω παραφορέσει νομίζω.
τελοσπάντων, σκέφτηκα πως τις προάλλες που σε είχα πετύχει έξω και περάσαμε από το πάρκο, ίσως να τα είχες κρατήσει κατά λάθος. τα είχες πάρει και φορούσες μια το ένα μια το άλλο στα χέρια σου. δεν ξέρω γιατί σ’ άρεσει να αλλάζεις χέρια στο ίδιο γάντι -εγώ πάντοτε φοράω το ίδιο γάντι στο κάθε χέρι. και μου έλεγες έχεις βαρεθεί τα ίδια και τα ίδια. και καθώς άλλαζες τα γάντια, έτσι άλλαζες και την διήγησή σου, αναφέροντας διαφορετικές περιπτώσεις ανθρώπων που σε είχαν πληγώσει. «τα ζώα», σκέφτηκα, «είναι δυνατόν να μην βλέπουν ποια είσαι και να σου φέρονται με αυτόν τον τρόπο»; μετά, άρχισες να απαριθμείς τα προτερήματά μου με έναν τρόπο κατηγορηματικό. εγώ δεν ήθελα να αποδεχθώ τούτη την εξέλιξη -ίσως γιατί δεν πίστευα ότι τα εννοείς ή ότι εν πάση περιπτώσει εχουν καμμιά αξία- και σου απάντησα πως υπερβάλλεις. συνέχισες να με στολίζεις με τον τρόπο που ξέρεις καλά και δεν μπορώ να αρνηθώ πως μ’ έκανες να νοιώσω όμορφα.
κάποια στιγμή πετάχτηκες πάνω και είπες πως πρέπει να φύγεις γιατί σε περιμένουν. ο ενθουσιασμός σου για μένα, μάλλον κράτησε κάπου στο μισαώρο. είσαι και πολύ δημοφιλής, βλέπεις, για να μείνεις παραπάνω με κάποιον σαν εμένα. εξάλλου, πάντα οι πληγωμένοι επιστρέφουν σ’ αυτούς που τους έχουν προδώσει. το θύμα γυρνάει στον τόπο του εγκλήματος, ανυπομονώντας να πέσει ξανά στα χέρια του θύτη. κρίμα…κι ήταν τόσο συναρπαστική η ώρα που είχαμε περάσει εκεί στο πάρκο. λες κι ο κόσμος είχε συρρικνωθεί στα μέτρα μας και παρόλαυτά, τα μάτια μας αντίκρυζαν κάτι το απέραντο. φυσικά τα γάντια κάπου σ’ αυτην την αυξομείωση του κόσμου, εξαφανίστηκαν.
και δεν είναι ότι κρυώνουν τα χέρια. δεν είναι πως μου λείπει η διάτρητή τους ύπαρξη. θα αισθανόμουν ίσως πιο κοντά εσένα: την θερμοκρασία των δικών σου χεριών, την ανατριχιαστική μυρωδιά σου, το υπέρυθρο βλέμμα, το φάντασμα ίσως του δέρματός σου. τελικά, σιγά μην τα ’χεις εσύ τα γάντια. προφανώς δεν έχεις ανάγκη τις τρύπες των γαντιών μου. μάλλον σ’ αρέσει να είσαι αυτάρκης και να περιορίζεσαι στις τρύπες που ανοίγουν στο κορμί σου οι άλλοι -πυροβολώντας. εγώ το ξέρεις πως ποτέ δεν θα σου έκανα κακό. το πιο πιθανό είναι να σου παράπεσαν κάπου, όταν ξαφνικά όρμησες να φύγεις. θα ’ναι τώρα σε κάποια γωνιά του πάρκου -μόνα σαν εμένα- να περιμένουν μήπως τα σηκώσεις και τα ξαναφορέσεις, έστω για μισή ώρα…
Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2010
Φαντάσματα
A.
Προσπάθησες με όλη σου τη δύναμη, ν' ανοίξεις την σπονδυλική μου στήλη και να την γεμίσεις με την ομίχλη σου. έσερνα τη σάρκα μου κομμάτια στους βρώμικους δρόμους, που σ' έψαχνα ανυπόμονα να με κεράσεις ακόμα κι άλλον θάνατο. απ' αυτόν τον θάνατο τον δικό σου. που μυρίζει καμμένη σάρκα και στάχτη, από ρούχα που τα φοράνε οι ψεύτες εραστές - οι εραστές φαντάσματα. δεν είναι ότι φοβάμαι τα φαντάσματα. σίγουρα όμως απεχθάνομαι τα ψέμματα. κι εσύ έχεις γίνει ολάκερη ένα ψέμμα. η ομίχλη με γρατζουνάει, μα όχι περισσότερο από σένα. είναι σαν χειμωνιάτικο σκηνικό η έλξη αυτή. να παγώνω με το τοπίο που με καίει.
δεν προσπαθώ να πω πολλά, μιας και η όραση μου έχει σταματήσει να κυνηγάει οράματα. προτιμώ ένα καλό βιβλίο, μια ταινία, έναν περίπατο απ' το να ακουμπάω το κορμί σου και να κυλιέμαι στα χρωματιστά σεντόνια και τα μάρμαρά σου. κι αφού τα δικά σου μάτια είναι κλειστά και μόνο τα χέρια σου κολυμπάνε στην άβυσσο, έχεις νομίζω πιάσει το νόημα των καιρών. τα κορμιά δεν σπάνε από οίκτο αλλά από έρωτα, από ερεθισμό και έρημο. δεν μπορείς να κατακτήσεις τους ανθρώπους αλλά το σύμπαν. κι αυτό μόνο αν το αφήσεις να σε κατακτήσει εκείνο πρώτο. δεν κρατώ τίποτε έτσι κι αλλοιώς, παρά τη σάρκα μου - αυτή την παρένθεση στην αυτοκρατορεία σου. η ήττα μάλλον δεν άργει - όλο και κάποιο μπαρ θάναι ανοιχτό τέτοια ώρα.
B.
Δεν κοιτάω στα μάτια – κοιτάω πίσω τους
δεν μου φτάνουν τα χρώματα – τα φαντάσματά που κρύβουν
κυνηγάω.
τα φαντάσματα δεν λένε ψέμματα όπως τα μάτια
και όταν ερωτεύονται είναι αμείλικτα.
ρουφάνε ως το μεδούλι την υποταγή και την κάνουνε
έκρηξη.
τα μάτια ξεγελούν και ξεγελιούνται.
δεν μου αρκούν αυτά που λένε
μα αυτά που κρύβουν.
ζω στις σκιές - μιας κι εκεί ανασαίνουν οι άνθρωποι
αυτοί που φαίνονται - είναι άχυρα στοιβαγμένα σε ήττες
και δεν θέλω πια να χάνω.
Σάββατο 27 Ιουνίου 2009
/.../
Δεν έχω. δε με αντέχει, είπε. έχω ξοφλήσει, είπε. νομίζω δεν κάθισα να με παίζει σα μαριονέττα, καταπώς τη βολεύει, έτσι είπε. μου είπε να πάω να γαμηθώ νομίζω... ναι, έτσι είπε. πρέπει η φλόγα που εμένα με καίει, αυτή να την έχει παγώσει - δεν εξηγείται αλλοιώς. και γιατί να μην το κάνω μαζί σου, ρώτησα; μ' έχεις κουράσει, είπε. κι ας έχεις δίκιο σε όσα λες. με κουράζει το δίκιο - προτιμώ το άδικο, την τυραννία, το ψέμμα. ναι, αυτά προτιμώ γιατί... γιατί... γιατί έτσι μου τη δίνει. αυτή είμαι. κι ας έχεις δίκιο να παραπονιέσαι - μα δε μ' αρέσουν τα παράπονα, κι εσυ με κουράζεις. μιλάς πολύ όταν δε μιλάς καθόλου κι αυτό δε μ' αρέσει, με μπερδεύει, είπε. σκέφτεσαι πολύ όταν δε σκέφτεσαι τίποτε. αυτό κι αν δε μ'αρέσει - με πεθαίνει, είπε. βαρέθηκα να σου μιλάω όταν δεν είσαι εδώ, είπε. κρίμα, κι είσαι τόσο καλός. σαν εσένα δεν έχω γνωρίσει άλλον, είπε. είσαι ικανός για πολλά, μα όχι για μένα - ο καθένας θάταν ευτυχισμένος κοντά σου - είσαι το κάτι άλλο. κρίμα. γι'αυτό πάνε γαμήσου, είπε. έχω και με αντέχεις, είπε: γι' αυτό φύγε.
[δε μίλησα. δε σκέφτηκα πολύ. έφυγα απλά γυρνώντας την πλάτη, κρατώντας στα χέρια τις άδειες λέξεις. δεν αρκώ γιατί δεν έχω και αντέχω. είμαι τόσο καλός που δεν αρκώ. απέχω.]
[δε μίλησα. δε σκέφτηκα πολύ. έφυγα απλά γυρνώντας την πλάτη, κρατώντας στα χέρια τις άδειες λέξεις. δεν αρκώ γιατί δεν έχω και αντέχω. είμαι τόσο καλός που δεν αρκώ. απέχω.]
Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2008
Παρα...ποιώντας
Α.
Ποιώντας τη θλίψη σ' ένα περιβάλλον αδιέξοδο... Εξαρτώντας τα, συχνά ξεσκιμένα σωθικά μας, στα δόντια, τα νύχια του διπλανού μας και τις λυσσασμένες του προθέσεις ... Ενός διπλανού, που μπορεί να είναι κτήνος ευτροφικό, τοξικό, θεμελιωμένο στην άρνηση του Άλλου, στην άρνηση της Ελευθερίας, στην άρνηση της Ύπαρξης. Αφήνοντας το κορμί μας βορά στα χέρια των αγνώστων, των ξεχασμένων, των αρρώστων, των διψασμένων, των σάπιων, των αχόρταγων, των αδίκων, των αγνωμόνων, των καταδικασμένων... Παρατώντας την ίδια μας την ύπαρξη σε σκουριασμένες γωνιές, για αιώνες ολόκληρους να σαπίζει , μην έχοντας προορισμό. Ποιώντας τη θλίψη ψυχή και την ψυχή θλίψη εκπίπτει η Ουσία. Εκείνο το περίεργο υλικό, που μερικές φορές, αντιλαμβανόμαστε να κουρνιάζει μέσα μας φοβισμένο. Και παραιτούμαστε με μιαν απύθμενη ελαφρότητα... αφηνόμαστε στη βύθιση... εισχωρούμε ολοένα στην αυτοακύρωση... Κι όλα αυτά ποιώντας.
Προσπαθούμε να διευρύνουμε τις αισθήσεις... να μεγαλώσουμε την αντίληψη μας για τον κόσμο, για τους άλλους, για μας... Συγκρουόμαστε κάθε τόσο με τη σύνθλιψη όλων όσων υπάρχουν μέσα μας. Αντιλαμβανόμαστε, τρομάζουμε, φοβόμαστε, αντιδρούμε... Πολλές φορές, πάλι, δεν γίνεται τίποτε απ' όλα αυτά και απλά συνθλιβόμαστε κάτω από τις πατούσες των άλλων ή πεθαίνουμε μολυσμένοι από τα χημικά τους όπλα. Όπλα που εξαπολύουν με κάθε ευκαιρία εναντίον μας. Κι άλλες φορές αυτοκτονούμε, μην αντέχοντας τους ίδιους μας τους εαυτούς... Τριβή, θερμότης, συντριβή. Τέρψη, έκλειψη, ποινή. Θανατική εγκύκλιος από τους κατέχοντες τη εξουσία και την έπαρση, να αξιώνουν απο μας τις κεφαλές μας επί πίνακι. Γιατι, όπως λένε, δεν ανέχονται τις σακατεμένες διάνοιες στη γαλαζοαίματή τους κοινωνία ... γιατι φοβούνται πως εμείς θα' μαστε τα πρώτα γρανάζια που θα επαναστατήσουν και θα ξεφύγουν από την καλοκουρδισμένη τους μηχανή... τη μηχανή που πάντα φτιάχνουν από ανθρώπους. Σέρνουν με αλυσίδες τους ανθρώπους στο διάβα που καθόρισαν αυτοί... ατελεύτητα, αδιάκοπα, αταλάντευτα. Χωρίς δισταγμούς και αναθεωρήσεις, δίχως τύψεις ή ντροπή...
Κι εδώ, ποιώντας γι' άλλη μια νύχτα τη θλίψη, εκποιώντας πνοές, ανάσες και μετάνοιες, διαιρώντας ξανά και ξανά το διαιρεμένο εαυτό μας, συμπάσχουμε... Καμμιά εύνοια δε συνετέθη για μας. Καμμιά έννοια δεν μας εμπεριείχε αγνούς, αδόλους, απαλλαγμένους από ιδιοτελή κίνητρα, αφ'εαυτούς. Είμαστε ζωντανοί σ' έναν κόσμο θάνατο, διαβιούμε μετά βίας μέσα στο βρώμικο οχετό των λαθών μας... μετα βίας και μόλις... Ίσως έτσι πρέπει, ίσως έτσι καθορίζει το μυαλό μας, ίσως πάλι κάποιοι να μας έβαλαν στη σειρά, να περπατάμε πάνω σε βήματα πεπατημένα ή κάποτε, καθώς διαχεόμασταν σε κάποιαν άλλη διάσταση, απλά χαθήκαμε. Το αδιέξοδο συνιστά το κύριο συστατικό της πράξης μας. Η θλίψη μάς κάνει να μεθούμε με μιαν άβγαλτη αφέλεια εφήβου. Η σιωπή διαποτίζει τις πέτσες μας κι ο Φόβος μάς χειραγωγεί. Επιδιώκουμε την Έξοδο από την Τυραννία βυθιζόμενοι σ'αυτήν. Ιδρώνοντας, πάντοτε, δίχως τον Έρωτα μένουμε σκυφτοί μπροστά στη ματιά της νύχτας. Απελπισμένοι και αισιόδοξοι συνιστούμε ένα μείγμα ετερόδοξο, εκρηκτικό, αλλόκοτο, αμάλγαμα θλίψης... Κηρύττουμε τον δρόμο του αίματος και της απώλειας για την κατάκτηση μιας άλλης ζωής, ενός άλλου μέλλοντος, μιας Μακαριότητας αναγκαίας. Μας τρυπά τα κόκκαλα αυτή η αναγκαιότητα του Αισθητού για μιαν άλλη Μακαριότητα. Γι' αυτήν που μας λείπει πραγματικά και δεν είναι φάντασμα - προϊόν της λήθης. Γι' αυτήν που η σπασμένη μας ψυχή λαχταράει...
Προσπαθούμε να διευρύνουμε τις αισθήσεις... να μεγαλώσουμε την αντίληψη μας για τον κόσμο, για τους άλλους, για μας... Συγκρουόμαστε κάθε τόσο με τη σύνθλιψη όλων όσων υπάρχουν μέσα μας. Αντιλαμβανόμαστε, τρομάζουμε, φοβόμαστε, αντιδρούμε... Πολλές φορές, πάλι, δεν γίνεται τίποτε απ' όλα αυτά και απλά συνθλιβόμαστε κάτω από τις πατούσες των άλλων ή πεθαίνουμε μολυσμένοι από τα χημικά τους όπλα. Όπλα που εξαπολύουν με κάθε ευκαιρία εναντίον μας. Κι άλλες φορές αυτοκτονούμε, μην αντέχοντας τους ίδιους μας τους εαυτούς... Τριβή, θερμότης, συντριβή. Τέρψη, έκλειψη, ποινή. Θανατική εγκύκλιος από τους κατέχοντες τη εξουσία και την έπαρση, να αξιώνουν απο μας τις κεφαλές μας επί πίνακι. Γιατι, όπως λένε, δεν ανέχονται τις σακατεμένες διάνοιες στη γαλαζοαίματή τους κοινωνία ... γιατι φοβούνται πως εμείς θα' μαστε τα πρώτα γρανάζια που θα επαναστατήσουν και θα ξεφύγουν από την καλοκουρδισμένη τους μηχανή... τη μηχανή που πάντα φτιάχνουν από ανθρώπους. Σέρνουν με αλυσίδες τους ανθρώπους στο διάβα που καθόρισαν αυτοί... ατελεύτητα, αδιάκοπα, αταλάντευτα. Χωρίς δισταγμούς και αναθεωρήσεις, δίχως τύψεις ή ντροπή...
Κι εδώ, ποιώντας γι' άλλη μια νύχτα τη θλίψη, εκποιώντας πνοές, ανάσες και μετάνοιες, διαιρώντας ξανά και ξανά το διαιρεμένο εαυτό μας, συμπάσχουμε... Καμμιά εύνοια δε συνετέθη για μας. Καμμιά έννοια δεν μας εμπεριείχε αγνούς, αδόλους, απαλλαγμένους από ιδιοτελή κίνητρα, αφ'εαυτούς. Είμαστε ζωντανοί σ' έναν κόσμο θάνατο, διαβιούμε μετά βίας μέσα στο βρώμικο οχετό των λαθών μας... μετα βίας και μόλις... Ίσως έτσι πρέπει, ίσως έτσι καθορίζει το μυαλό μας, ίσως πάλι κάποιοι να μας έβαλαν στη σειρά, να περπατάμε πάνω σε βήματα πεπατημένα ή κάποτε, καθώς διαχεόμασταν σε κάποιαν άλλη διάσταση, απλά χαθήκαμε. Το αδιέξοδο συνιστά το κύριο συστατικό της πράξης μας. Η θλίψη μάς κάνει να μεθούμε με μιαν άβγαλτη αφέλεια εφήβου. Η σιωπή διαποτίζει τις πέτσες μας κι ο Φόβος μάς χειραγωγεί. Επιδιώκουμε την Έξοδο από την Τυραννία βυθιζόμενοι σ'αυτήν. Ιδρώνοντας, πάντοτε, δίχως τον Έρωτα μένουμε σκυφτοί μπροστά στη ματιά της νύχτας. Απελπισμένοι και αισιόδοξοι συνιστούμε ένα μείγμα ετερόδοξο, εκρηκτικό, αλλόκοτο, αμάλγαμα θλίψης... Κηρύττουμε τον δρόμο του αίματος και της απώλειας για την κατάκτηση μιας άλλης ζωής, ενός άλλου μέλλοντος, μιας Μακαριότητας αναγκαίας. Μας τρυπά τα κόκκαλα αυτή η αναγκαιότητα του Αισθητού για μιαν άλλη Μακαριότητα. Γι' αυτήν που μας λείπει πραγματικά και δεν είναι φάντασμα - προϊόν της λήθης. Γι' αυτήν που η σπασμένη μας ψυχή λαχταράει...
Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2008
Συναρτησίες
Είναι απόψε που έχουμε αναμετρηθεί με την κατεστημένη θλίψη των ονείρων. Συμπιεσμένοι στην τάση να συγχέουμε τα πράγματα, να εμμένουμε στις κλειστές πόρτες και τα θωρακισμένα παράθυρα των εμμονών μας. Ό,τι έχει περάσει μας έκοψε κομμάτια από λάσπη, που απετέθησαν σε κάποιες πέτρινες κρύπτες με πολλά μάτια γύρω ζωγραφισμένα. Σε υπερσυμμετρικά χωριά που φιλοξένησαν κάποτε τα βήματά μας, στη σκοτεινή ύλη μιας άλλης ζωής κάποια εκατομμύρια μίλια μακρια! Εδώ ξέρουμε πως, οι θέσεις του ήλιου και του φεγγαριού δε θα' ναι παντοτινές. Κάποια στιγμή θα χαθούν για να επέλθει η κάθαρση κι οι εφέστιες υπερχορδές μας θα πάλλονται σε κάποιαν άλλη επίταση του είναι. Και η θλίψη μας θα εντείνεται,καθώς η σάρκα θα μεταλλάσεται σε κάποια άλλη υπερφυσική οντότητα, πέρα απο τον ορίζοντα του τέλους! Μέσα στα όνειρα που ζούμε... μέσα στη ζωή που ονειρευόμαστε...
Απόψε τα ρούχα μας δεν έχουν ρουφήξει λαίμαργα τον ιδρώτα, μα στάζουν ατελεύτητα ψυχία απ' τα σπλάχνα μας, στο ταβάνι της εχέφρονης ιδιοτυπίας μας. Ξιπασμένες μαλάριες λέξεις της εσωστρεφούς μας γύμνιας, συνταράσσουν το λαβωμένο ύπνο της οξυδέρκειας, που μας φυλακίζει στα μονοπάτια του ανένδοτου αγώνα. Απέναντι σε μας, απέναντι στο λόγο, απέναντι στον πόλεμο που βασιλεύει. Ανεμίζοντας χτικιά για λάβαρα και φαντάσματα για λάφυρα του αγώνα, που ολοένα χάνεται δίχως ποτέ διεκδικηθεί! Μακριά- μακριά- μακριά- εναγόντων θεών έναντι, που προσεύχονται να τους είμαστε πιστοί... Είμαστε εδώ, αιματοπτύοντες σε κάποιες λάγνες πατρίδες απαλλοτρίωσης. Δίχως διαφυγή απ' τ' όνειρο, δίχως διαφυγή από το νου, δίχως διαφυγή από εμάς.
Είναι στη θράκα μιας φωτιάς που αφήσαμε να μας καίει, που δεν έσβηνε με τίποτα, που δε μας έχει εγκαταλείψει... Εκεί, συνοφρυόνουμε τις νεφέλες που συνηγορούν στον εξευτελισμό μας. Μαχόμενες να επισκιάσουν τον άλλο μας εαυτο, αυτόν που λυσσά να βγει, να μας ξεσκίσει, να μας αναθρέψει βορά στα άγρυπνα στόματα των εφιαλτών. Βοά η κατεστημένη θλίψη, στα υπέργεια των τάφων που θεμελιώθηκαν για μας. Σε ένα αδιάκοπο μαύρο πανηγύρι, δίχως γέλια, δίχως τραυλούς μουσικούς, δίχως ραγισμένες φωνές, δίχως αγορές υπαίθριες, χωρίς καντηλιέρια ή θεώσεις! Και τα χωριά, πάντα εκεί να ενέχουν τις κρύπτες μας, τα βλοσυρά μας χαμόγελα και τις στιγμές των λυγμών. Έχουμε ζήσει πολλά στους λασπωμένους δρόμους, στις λακκούβες κάτω από την άσφαλτο και στους απόπληκτους ανεμοστροβίλους, που μας εφελκύουν! Στα μέρη που κανένας δεν ψάχνει, μα που όλοι περνούν. Είναι απόψε που περιμένουμε το ξημέρωμα...
Απόψε τα ρούχα μας δεν έχουν ρουφήξει λαίμαργα τον ιδρώτα, μα στάζουν ατελεύτητα ψυχία απ' τα σπλάχνα μας, στο ταβάνι της εχέφρονης ιδιοτυπίας μας. Ξιπασμένες μαλάριες λέξεις της εσωστρεφούς μας γύμνιας, συνταράσσουν το λαβωμένο ύπνο της οξυδέρκειας, που μας φυλακίζει στα μονοπάτια του ανένδοτου αγώνα. Απέναντι σε μας, απέναντι στο λόγο, απέναντι στον πόλεμο που βασιλεύει. Ανεμίζοντας χτικιά για λάβαρα και φαντάσματα για λάφυρα του αγώνα, που ολοένα χάνεται δίχως ποτέ διεκδικηθεί! Μακριά- μακριά- μακριά- εναγόντων θεών έναντι, που προσεύχονται να τους είμαστε πιστοί... Είμαστε εδώ, αιματοπτύοντες σε κάποιες λάγνες πατρίδες απαλλοτρίωσης. Δίχως διαφυγή απ' τ' όνειρο, δίχως διαφυγή από το νου, δίχως διαφυγή από εμάς.
Είναι στη θράκα μιας φωτιάς που αφήσαμε να μας καίει, που δεν έσβηνε με τίποτα, που δε μας έχει εγκαταλείψει... Εκεί, συνοφρυόνουμε τις νεφέλες που συνηγορούν στον εξευτελισμό μας. Μαχόμενες να επισκιάσουν τον άλλο μας εαυτο, αυτόν που λυσσά να βγει, να μας ξεσκίσει, να μας αναθρέψει βορά στα άγρυπνα στόματα των εφιαλτών. Βοά η κατεστημένη θλίψη, στα υπέργεια των τάφων που θεμελιώθηκαν για μας. Σε ένα αδιάκοπο μαύρο πανηγύρι, δίχως γέλια, δίχως τραυλούς μουσικούς, δίχως ραγισμένες φωνές, δίχως αγορές υπαίθριες, χωρίς καντηλιέρια ή θεώσεις! Και τα χωριά, πάντα εκεί να ενέχουν τις κρύπτες μας, τα βλοσυρά μας χαμόγελα και τις στιγμές των λυγμών. Έχουμε ζήσει πολλά στους λασπωμένους δρόμους, στις λακκούβες κάτω από την άσφαλτο και στους απόπληκτους ανεμοστροβίλους, που μας εφελκύουν! Στα μέρη που κανένας δεν ψάχνει, μα που όλοι περνούν. Είναι απόψε που περιμένουμε το ξημέρωμα...
Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2008
Είναι...
Ποίηση είναι το κάτοπτρο της πραγματικότητας, αυτής που ορίζουνε τα μάτια σου. Είναι να σηκώνεσαι το πρωί και ν'αντικρύζεις τον ήλιο. Σαν πέσει η νύχτα, με τα ίδια μάτια , ν'αντικρύζεις το σκοτάδι της . Γιατί είναι και τα δυο μέσα σου, είναι κομμάτι του εαυτού σου. Ποίηση είναι να μη φοβάσαι να πεις αυτό που υπάρχει πιο πέρα από σένα, πιο πέρα από τον κόσμο, μέσα σου. Ποίηση είναι η ειλικρίνεια να κοιτάζεις το "μικρό" εαυτό σου στον καθρέφτη και να τον αγαπάς. Να τον σιχαίνεσαι, να τον λυπάσαι, να τον οικτίρεις, να τον χαίρεσαι, να του κλείνεις πονηρά το μάτι, να τον συγχαίρεις, να τον εξαφανίζεις... Είναι να τον δέχεσαι και να τον απορρίπτεις, να τον λιμαίνεσαι, να τον εξυψώνεις, να τον προδίδεις... Ποίηση είναι να λυγάς μπροστά του, να χαλυβδώνεσαι, να κλαίς και να γελάς! Να τον παρασέρνεις και να τον εγκαταλείπεις! Αυτό είναι... να τον ποθείς και να τον αποστρέφεσαι, δίχως όρια! Όταν περπατάς να χαίρεσαι τον καθαρό αέρα που αναπνέεις και να ανέχεσαι τις βρώμικες μυρωδιές της πόλης. Να μαζεύεις τα σκουπίδια από το δρόμο και να τα πετάς στους πράσινους κάδους. Να μαζευείς λουλούδια για να στολίσεις την αγκαλιά μιας γυναίκας. Να χαιδεύεις τα ζώα που στριφογυρίζουν στα πόδια σου. Να χαιδεύεις τους τοίχους των κτιρίων, τα τσιμέντα, τις πλάκες των πεζοδρομίων για ν'ακούσεις πώς χτυπάνε οι καρδιές τους. Να αντιλαμβάνεσαι ότι όλα υπάρχουν γιατί πρέπει να υπάρχουν... Όλα συνθέτουν τον αποσυντεθειμένο "ανθρώπινο" ιστό που σε περιβάλλει... Και τα έχεις ανάγκη! Χωρίς αυτά δεν είσαι... και η ποίηση δεν είναι... Δε ζει γιατι και 'συ δε ζεις! Όλα είναι μάταια...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)