Πέμπτη, 28 Απριλίου 2016

Στο δέρμα σου

Στο δέρμα σου ξάπλωσα
μετά από αιώνες κι αιώνες σκοτοδίνης
τριγυρίζοντας με μάτια πρησμένα
και με μια καρδιά ξεφούσκωτη
στο στέρνο μου καρφωμένη μια βελόνα
να στρίβει ολοένα στο πέρασμα του καιρού

μου έδωσες δυο στήθη τεντωμένα
στο ένδοξο μεγαλείο τους
μου κράτησες τα χέρια
και μέσα στα μάτια σου μ' εξύψωσες
τα πόδια σου έβαλες πάνω στα δικά μου
και χορέψαμε πολλές φορές
πριν πλεχτούμε κορμί με κορμί
κάτω από την μωβ κουβέρτα

δεν ήξερα πώς είναι να σε κρατούν
δίχως να υπάρχει αύριο
δεν ήξερα πώς είναι να σε κοιτάζουν
με μια κοιλιά που φλέγεται
δεν ήξερα πώς είναι να κοιμάσαι αγκαλιά
κι η νύχτα να έχει βρει το νόημά της

στο δέρμα σου ξάπλωσα
μετά από αιώνες κι αιώνες
που χάραξαν κοίτες στο κορμί μου
και γίνονται τώρα ποτάμια απ' τα δάκρυά σου
που πέφτουν με κρότο πάνω μου
όταν πονάς και δεν αντέχεις

το κορμί σου έγινε πια η πατρίδα μου
εκείνη που αγαπώ και πάντα έψαχνα
το μαύρο μου πουκάμισο
κουβαριασμένο στην καρέκλα σου
διηγείται λακωνικά την ιστορία μου
μέχρι να σε συναντήσω
σου θυμίζει την δική σου ιστορία
και πώς γίνεται να πονά κανείς τόσο πολύ
και να υπάρχει ακόμα
στην αγκαλιά σου κοιμάμαι και είμαι πια ήσυχος
ήσυχος που έσμιξα με την δική μου εστία
και μπορώ πια να νιώθω τον αέρα να μην πνίγει

με δάκρυα λες ότι μ' αγαπάς
και πως είναι τόσο δύσκολο να συναντήσει κανείς τον ήλιο
πονάς για εκείνα που ξέρεις
πονάς για εκείνα που βλέπεις
πονάς για εκείνα που παλεύεις να ξεχάσεις
κι εγώ πονώ μαζί σου
σου λέω ότι κι εγώ σ' αγαπώ
τις νύχτες και τις μέρες
στις χαρές και στις λύπες
στις ώρες που σε ακουμπώ
και στις ώρες που σε ονειρεύομαι
πονώ και σ' αγαπώ μαζί
λέγοντάς σου πως κι ο ήλιος χτίζεται άμα το θες
χτίζεται όταν δέρμα με δέρμα
πασχίζουμε να γίνουμ' ένα
σου λέω ότι κι εγώ σ' αγαπώ
για να μην το ξεχνάς
όταν μας προφταίνει η ομίχλη

στην αγκαλιά σου ο χειμώνας δεν είναι παγωμένος
κι η βελόνα παύει να στρίβει μέσα στα σπλάχνα
εκεί ο πόνος δεν έχει εξουσία
οι ώρες δεν είναι κελιά
οι λέξεις δεν είναι ξένες
τα πάντα έχουν την καταγωγή και τον σκοπό τους
εσένα

στο δέρμα σου ξάπλωσα
μετά από αιώνες κι αιώνες σκοτοδίνης
τα δάκρυα μετρούν την υπομονή
όσο αναπνέω τα χιλιοστά σου
είναι όλα πια στην θέση τους
σε χαϊδεύω με ανάσες βαριές
με δέχεσαι με χαμόγελο στα κύτταρά σου
κι εγώ δεν κρυώνω
μήτε φοβάμαι άλλο πια

Τρίτη, 26 Απριλίου 2016

Βλέμμα στραμμένο σε τοίχο

Μαύρη ομίχλη σκόπιμος μπλε καπνός
τα καρναβάλια οι κλόουν και τα όνειρα
πόσο με πνίγουν

Κλοιός

Κάνοντας τον ήλιο μάθημα
πανάκριβο δώρο να σε βλέπει
χάνοντας εκείνα που ακόμη δεν είχαν βρεθεί
λιμοκτονία κατά συρροή μπρος σε άδεια πύλη
την σάρκα με το κρασί
το παιχνίδι με τις λέξεις
του χωροχρονικού συνεχούς την κάτοψη
τα είχε αγαπήσει όσο τίποτε
γδέρνοντας γεμάτες νύχτες το κορμί του
σε γιορτές ακορντεόν
σχήματα κυβικά όσχεα κινδύνου
γωνιές σπαρακτικές
ιδρώτες τρωτοί παρατημένοι
μια χώρα ήλιος με δαγκωμένα ιδανικά
κι εξωγήινα χέρια επαναστατών
όλοι υπάρχουν σαν κάτι υποθετικό εδώ
εκτός τις κόκκινες κομμένες χορδές
σε μια χαμένη ποίηση γεωμετρική
του τριγμού του σπασμού της ασφυξίας
καθώς μεταμορφωμένος ο ήλιος
αργά-αργά σε φεγγάρι