Πέμπτη, 7 Απριλίου 2011

Θάνατος

Στο δεξί σου μάτι αντίκρυσα την ακρογωνιαία παγοκολώνα. ο συρφετός των μικρών ζοφερών κατοικιδίων σου, με την αγέρωχη τριχωτή τους μεμβράνη να ανεβοκατεβαίνει στο πελματικό κρανίο μου, έβαλε στον νου μου ξανά εκείνες τις εικόνες από τον καιγόμενο οίκο του Ταρκόφσκι, από την κατσαρίδα του Κάφκα, που αναμόχλευε τις στιγμές της ζωής της - όσο ακόμα φορούσε παντελόνια – κραδαίνοντας τις ίνες της πείνας και λυσσώντας για λίγο ενδιαφέρον από όσα πρόσωπα αχνοθυμόταν για οικογένεια. τα πλακάκια ανέσυρα, που είχα περπατήσει στην βρώμικη πόλη, ψάχνοντας λίγο νόημα στην παλέτα του ζωγράφου και στα λόγια του κλόουν, ερχόμενος να σε βρω, κι ενώ τρυγούσαν το μυαλό μου οι νότες Σοστακόβιτς (από την Πέμπτη Συμφωνία κατά Μπερνστάιν). τίποτα˙ μονάχα τίποτα κυοφορούσαν οι ώρες: σαν επιδημία σπερματική να κρέμεται στα βλέφαρα του ναρκισσισμού της Πόλης σου. όχι, δεν κατάφερα να δω τους κρεμαστούς κήπους της Άνω Πόλης, γιατί καθώς έχασκε το βλέμμα μου απάνω στην συρμάτινη θέα, με έσπρωξαν με κλωτσιές και μπουνιές και γκρεμίστηκα από κάτι σκάλες καθώς ξημέρωνε. απελπισμένος σκάλιζα τα σκουπίδια για να βρω λέξεις και νόημα ό άντρας με τα μαύρα είχε φύγει; ο άντρας με τα μαύρα ήμουν εγώ; κι εσύ μια αθώα κούκλα που έσπερνε μολύβι και μολυσματικό ουράνιο στους ξεραμένους ουρανίσκους υποψήφιων αποχαυνωμένων εραστών. ο Μπουκόφσκι έφτυνε πουτάνες και τον άθλιο αστικό καθωσπρεπισμό [σε μια χώρα που το να πουλάς την μάνα σου είναι προτέρημα και να σκοτώνεις για χρήμα ή δόξα η αδρή επωδός της επιτυχίας. καλαίσθητα ρούχα και ακριβές μάσκες αν φοράς – η τελευταία λέξη της μόδας]. μα, ο άθλιος δεν τον πίστευα, δεν τον πίστευα… και ήμουν τοποθετημένος εκεί, στην άκρη όλων των προσώπων, να φυλάω κάποιες θερμοπύλες πούχαν νόημα. και να πονάω και να ξαγρυπνώ και να λησμονώ και να τρυπιέμαι από σπασμούς και να σιωπώ. κι όλα τα πρόσωπα να με φτύνουν˙ να με φτύνουν με σάλιο, φλέματα, αίμα, αποστροφή και ανακατωμένη περιφρόνηση. εμετικό υγρό της παραφρονούσας υπερηφάνειάς τους. ο ίλιγγος σαν ταπετσαρία στο μισογκρεμισμένο κτήριο που συνηθίζουν να ταΐζουν τους φρουρούς. μα, δίσταζα να πιστέψω, ο άθλιος δίσταζα…

τον Θάνατο τον αντίκρυσα στο αριστερό σου μάτι. λίγο παραδίπλα από κει που το μικρό παιδί έπεσε νεκρό επάνω στην φωτιά του κήρυκα. από κει που κάηκε σαν χαρτί και η διάφανη στάχτη του εκρατούσε το σχήμα του σώματός του. κι η μάνα του τον κοίταζε ψηλά και κατάνευε. φαινόταν ευχαριστημένη και αναπαυμένη. ο θάνατος - όπως κι ο ουρανός – πάντα βρίσκεται μέσα στα μάτια. στα υπόγεια γλεντάει ο σπαραγμός, τρέφεται με φως κεριών, παραπεταμένο αλκοόλ και μπόλικη ψεύτρα ποίηση. και πάντα ξέρουμε τι επακολουθεί: μετά την απογραφή γίνεται πάντα πόλεμος. πάντα! το έχουν πει άλλωστε κι οι Τζόυ Ντιβίζιον, «η αγάπη πάντα θα μας σχίζει στα δύο», σαν κεραυνός˙ σαν κεραυνός που πέφτει και θερίζει την πίστη για μιαν άλλη τροπή, ένα άλλο σχήμα, για άλλα, καινούρια θεμέλια, που θα μπορέσουν κάποτε να εμπεριστατώσουν την ύπαρξη. μιαν ύπαρξη που κοχλάζει κάτω από τα βρύα και τις λειχήνες και τα λοιμώδη νοσήματα των παγετών. αφρός/ κι αφρίζω/ και λιμάζω/ και τραντάζω/ και παραπέφτω/ και λιμνάζω στα χαλασμένα νερά της λίμνης: της λίμνης υποθήκευση. Έρημος ονομάζεται ό,τι χωρίζει αυτό που είναι άνθρωπός από αυτό που δεν είναι άνθρωπος. μα ποια γυάλινη κούκλα ή ποιο κέρινο ομοίωμα που στοιβάζεται σε μεσημεριανές εκπομπές, φυλλάδες, έντυπα γυαλιστερά και διαφημίσεις ή νυχτερινές προμενάδες με σκύλους να το συνειδητοποιήσει αυτό; η συνειδητοποίηση περνά μέσα από τον πόνο. ο πόνος αποκαλύπτει τι πραγματικά έχει αξία˙ κι εσύ μωρό μου, δεν ξέρω αν έχεις πονέσει στ’ αλήθεια. το ασανσέρ της πολυκατοικίας που μένω βρίσκεται ξανά στο ισόγειο. ίσως κανένας να μην μπήκε εκεί, από τότε που πήγα για μια βόλτα στην πόλη. γύρισα και βρήκα τις ίδιες αράχνες να περιπολούν στα τοιχώματά του, τους ίδιους ιστούς να χαϊδεύουν τα γνώριμα σημεία, τις ίδιες φράσεις γραμμένες δίπλα στα κουμπιά – δίχως σβησίματα ή νεοφερμένες προσθήκες. ίσως δεν πρέπει να μου κάνει εντύπωση: οι άνθρωποι πια δεν έχουν χρώματα κι έτσι δεν βλέπουν προς τα πού μπορούν ή δεν μπορούν να πάνε. πιάνω ξανά την συνηθισμένη μου ασχολία˙ διαβάζω ένα από τα αγαπημένα μου ποιήματα και σε εντοπίζω να κουτουλάς ζαλισμένη πέρα δώθε πέρα δώθε στο κουτάκι αυτών των στίχων: «Η γεωγραφία μ’ άρεζε κάποτε/ Όμως τώρα τόσο χαμένες/ Οι πρωτεύουσες της οδύνης μου/ σε μια δίνη». σου ψιθυρίζω: Θάνατος αγάπη μου, είναι να πιστεύεις τα μάτια!

Δευτέρα, 4 Απριλίου 2011

Σαν όνειρα πετάνε τα λουλούδια

Κρατάει χρώματα σε σύντομα χέρια.
έχει τον ουρανό στα μάτια
κι έμβλημά της, τον Ήλιο.
ξεχνάει σχεδόν πάντα να μιλήσει
κι αγαπάει πολύ τα αινίγματα
και τα παραμύθια. πετάει με τα
δαντελένια της φτερά
και η πνοή της γεμίζει με χρυσόσκονη
την ατμόσφαιρα.
τραγουδάει τραγούδια
που κοιμίζουν όλα τα θηρία
και φέρνει στον κόσμο μια γαλήνη
σαν καλοκαιρινό πρωινό.
με την ανάσα της σκουπίζει όλη την τέφρα
και δεν ακουγονται παρά γέλια παιδιών
κάθε φορά που πλησιάζει.
η καρδιά χτυπά με το δικό της
αίμα και μυρίζει παντού ζωή, το άρωμά της.
στον ουρανό σταματά ο Χρόνος.
ο Χρόνος όλος είναι τα μάτια της
και άδεια τώρα πια, είναι η θλίψη.

Παρασκευή, 1 Απριλίου 2011

Καρτ Ποστάλ

Όταν η θλίψη τού άφηνε χαραγματιές
στο σφριγηλό του πρόσωπο
- που ήταν γεμάτο από τα πρώιμα χρώματα
των ανοίξεων -
δεν μπορούσε να αντιληφθεί
πόσο αποτρόπαια θα καθρεφτιζόταν
εκείνο, στα μάτια των ανθρώπων
μετά από χρόνια.
κι αυτοί πόσο θα πάσχιζαν να αποφύγουν
τις Ερινύες που συνοδεύουν
τα σημερινά του λόγια, την εικόνα του
που σε κάποιο καιρό θα μνημονεύεται
σε συνέδρια και παρδαλές γιορτές
καθώς και τα ρινίσματα των λοβοτομημένων
επιθυμιών του. τα ρολόγια και οι καθρέφτες
ποτέ δεν ανήκαν στις συμπάθειές του
/φρόντιζε να τα καλύπτει πάντα με ήχους/
συνέχεια φρόντιζε για τα βήματα των άλλων
- για τα βλέμματα που χάνονταν στην ομίχλη
είχε έτοιμα δάκρυα απλωμένα σε χαρτιά.
όταν η θλίψη κούρνιαζε μέσα του
δεν έκλαιγε ποτέ και συνήθως
τον ήλκυαν άνθρωποι με δεισιδαιμονίες.
όμως τώρα πια, πονάνε πολύ οι πληγές
στο πρόσωπο (και όχι τόσο ο πόνος της σάρκας του, μα
εκείνος που φέρνουν οι γκριμάτσες στα πρόσωπα
των άλλων, κλάσματα δευτερολέπτων προτού
στραφούν στην αντίθετη απ' αυτόν κατεύθυνση).
εκείνα τα κλάσματα είναι τόσο βαρειά
που τον κάνουν να ψάχνει να βρει
ένα ρολόι ή έναν καθρέφτη
να τεντώσει τα μάτια του
να κροταλίσει αργά τα δόντια
και να ξορκίσει έναν ακόμα αιώνα
που δραπέτευσε από τα χέρια του
σκορπίζοντας δεξιά κι αριστερά
χαμόγελα ποτισμένα με καρφιά
- δίχως κανέναν ήχο.