Πέμπτη, 9 Ιουνίου 2011

Κήπος μια αόρατη φυγή δίχως την ξύλινη όψη της αφής να φύγω στην σιωπή όπως χτυπάνε οι πέτρες στους ήχους και κροταλίζουν τα χαμόγελα στον ψεύτικο ήλιο διαρκώς υπάρχω στην απουσία στα διαχυμένα περιλαίμια των μαργαριταριών μακριά από ανθρώπους είναι η αρρώστεια μας η διάσπαση και τα ομόσπονδα κύτταρα πάντα πεθαίνουν συγχώρα με που άφησα τα μάτια μου να γυμνώσουν το κορμί σου και εκπορνεύτηκα στις σάλπιγγες αδιαφορώ
δεν με νοιάζει κάτι πέρα από την λησμονιά σου την υγρή κι ας μην πιω ποτέ από το ποτό της θάλασσας η διαφθορά είναι που κοκκινίζει τα σεντόνια κι όχι το αίμα και δεν δολοφονούν από συμφέρον αλλά απο συνήθεια σιώπησε ξανά εσύ απόφυγέ με τα συρμάτινα αγγεία θα ξαναλιώσουν και θα χαθεί η μορφή μου στα συνεργεία επιδιόρθωσης στο τίποτα που προστάζει η μηδαμινή σου μοίρα προσχώρησε την γέννηση των λουλουδιών στα σίγουρα χαμένη την έχεις.

Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2011

Μέχρι να γίνω κόκκαλα

Μέχρι να γίνω κόκκαλα
μέσα σε αναμνήσεις που τρίζουν
θα ζω την φωνή σου
τις διακοπές ανάμεσα στα λόγια
τους δισταγμούς, τις παύσεις
τους κυματισμούς των τόνων
τα νοήματα που κολυμπούσανε
στο απέραντο - στο πριν και το μετά
του θανάτου, του έρωτα.
θα ζω τα μάτια που χόρευαν
στα μάτια μου, σαν έψαχναν γωνιές
για να πιαστούν και να χορτάσουν όψη.
η κόψη και οι αρμοί και
των σταγόνων η αφή κι οι οσμές
σαν εικονίσματα όλα που την πίστη
περιμέναν για ν' ανάψουν.
μέχρι να γίνω κόκκαλα θα ζω
την προσμονή, την έρημο μες σε προθάλαμο
ερήμου, την μια στιγμή της ύπαρξης
που αξίζει, την ζωή που θ' αναβλύσει την ζωή
την σάρκα που θα περιμένει χώμα
τον πάγο που την φλόγα θα την λιώνει
την έκρηξη που θα ενώνει τα κομμάτια.
θα ζω τα χέρια που σκαλίζανε τα χέρια
ενώ το πάτωμα γλυφό, καθώς
θ' αναμετρώνται με την επερχόμενη σιωπή
εκλιπαρώντας για λίγο ακόμα άγγιγμα.
την γλώσσα που ανεβοκατέβαινε θα ζω
για να ρουφήξει τ' οξυγόνο απ' τις ρωγμές
για να σκληρύνει την καθημαγμένη ανέχεια
αδιαφορώντας για αποστάσεις
ή το πόσο κοστίζει το μέτρο η ηδονή.
μέχρι να γίνω κόκκαλα, σε άρωμα πεύκο
βουτηγμένα, θα ζω τα μάτια, την φωνή
την γλώσσα και τα χέρια
από κείνο το ύφασμα φάντασμα
πού 'ντυνε με λυτρωμούς και παρατάσεις
κάθε παράλογη - στερφή μου επιβίωση.