Κυριακή, 25 Ιουλίου 2010

Θάνατος στα μπαρ

Υπάρχει θάνατος στα μπαρ
που κυλάει στα μάγουλα
και στα βλέμματα και στα στομάχια
σαν λάβα.
κενό τα μάτια κι η ψυχή
κάθε φορά που κοιτάζουν
την ξένη σάρκα
/ξεκοκκαλίζοντας το όνειρο
την ρημαγμένη ανάγκη
κάθε σάπια στύση/
μια τρύπα πολλαπλή
μπαλωμένη σε άλλες τρύπες
κάνει κουμάντο στην ψυχή.
τραβολογάει με τα δόντια
τα πετσοκομμένα ηνία
δεξιά - αριστερά και ζαλίζει
ο ίλιγγος ζαλίζει.
μοναξιά, η μόνη σταγόνα
συντροφιάς σε τούτα τα μπαρ
σε τούτα τα σπίτια
σε τούτες τις πόλεις
σε τούτα τα δωμάτια
σε τούτα τα μέρη
α' αυτόν εδώ τον κόσμο
που ηδονίζεται με τη βρωμιά του
που φτύνει αίμα στα πρόσωπα
με τις μεγάλες χαραγματιές
και κλείνει τις χαραμάδες
με πτώματα.
υπάρχει θάνατος στα μπαρ
και τόση ζωή στα μάτια
των ζωντανών νεκρών, που τρομάζεις.
όλα τόσο ανάκατα
σαν το μυαλό και τα εντόσθια
μετά το δέκατο πέμπτο ποτό
έξι η ώρα το πρωί.

Παρασκευή, 23 Ιουλίου 2010

"πολιτισμός"

Δυο ματιές όλες κι όλες
μέσ' από μικρές μισόκλειστες
τρύπες
λόγια μαδημένα
στον αέρα του κλιματιστικού
ανοίγοντας μια πόρτα
μέσα στην πόρτα
κι αλυσίδες να γδέρνουν τα πόδια
πού να πας να φύγεις;
ο κόσμος καίει το δέρμα
το σπίτι κοχλάζει
κι ο δοκιμαστικός σωλήνας
κομμάτια στο πάτωμα
σειρήνες να κόβουν το μυαλό
ένα κορμί λεκκές
στο πεζοδρόμιο
μνήμες χαραγμένες στις πατούσες
που χάσκουν μέσα στο όνειρο
χημεία η ιστορία
κι η μοναξιά να φουσκώνει
επαναφορτιζόμενη
[πολιτισμός]

Πέμπτη, 15 Ιουλίου 2010

Τα γάντια

Έτσι όπως κατέβαινα τον δρόμο, αυτόν που περνάει από το πάρκο που συνηθίζουμε να μαζευόμαστε, αντιλήφθηκα ότι δεν είχα στις τσέπες μου πια αυτά τα γάντια που μ’ αρέσει να φοράω. ξέρεις, αυτά τα γάντια που φτάνουν μέχρι την μέση των δαχτύλων και έχουν και κάμποσες τρύπες από την χρήση -τα έχω παραφορέσει νομίζω.


τελοσπάντων, σκέφτηκα πως τις προάλλες που σε είχα πετύχει έξω και περάσαμε από το πάρκο, ίσως να τα είχες κρατήσει κατά λάθος. τα είχες πάρει και φορούσες μια το ένα μια το άλλο στα χέρια σου. δεν ξέρω γιατί σ’ άρεσει να αλλάζεις χέρια στο ίδιο γάντι -εγώ πάντοτε φοράω το ίδιο γάντι στο κάθε χέρι. και μου έλεγες έχεις βαρεθεί τα ίδια και τα ίδια. και καθώς άλλαζες τα γάντια, έτσι άλλαζες και την διήγησή σου, αναφέροντας διαφορετικές περιπτώσεις ανθρώπων που σε είχαν πληγώσει. «τα ζώα», σκέφτηκα, «είναι δυνατόν να μην βλέπουν ποια είσαι και να σου φέρονται με αυτόν τον τρόπο»; μετά, άρχισες να απαριθμείς τα προτερήματά μου με έναν τρόπο κατηγορηματικό. εγώ δεν ήθελα να αποδεχθώ τούτη την εξέλιξη -ίσως γιατί δεν πίστευα ότι τα εννοείς ή ότι εν πάση περιπτώσει εχουν καμμιά αξία- και σου απάντησα πως υπερβάλλεις. συνέχισες να με στολίζεις με τον τρόπο που ξέρεις καλά και δεν μπορώ να αρνηθώ πως μ’ έκανες να νοιώσω όμορφα.


κάποια στιγμή πετάχτηκες πάνω και είπες πως πρέπει να φύγεις γιατί σε περιμένουν. ο ενθουσιασμός σου για μένα, μάλλον κράτησε κάπου στο μισαώρο. είσαι και πολύ δημοφιλής, βλέπεις, για να μείνεις παραπάνω με κάποιον σαν εμένα. εξάλλου, πάντα οι πληγωμένοι επιστρέφουν σ’ αυτούς που τους έχουν προδώσει. το θύμα γυρνάει στον τόπο του εγκλήματος, ανυπομονώντας να πέσει ξανά στα χέρια του θύτη. κρίμα…κι ήταν τόσο συναρπαστική η ώρα που είχαμε περάσει εκεί στο πάρκο. λες κι ο κόσμος είχε συρρικνωθεί στα μέτρα μας και παρόλαυτά, τα μάτια μας αντίκρυζαν κάτι το απέραντο. φυσικά τα γάντια κάπου σ’ αυτην την αυξομείωση του κόσμου, εξαφανίστηκαν.


και δεν είναι ότι κρυώνουν τα χέρια. δεν είναι πως μου λείπει η διάτρητή τους ύπαρξη. θα αισθανόμουν ίσως πιο κοντά εσένα: την θερμοκρασία των δικών σου χεριών, την ανατριχιαστική μυρωδιά σου, το υπέρυθρο βλέμμα, το φάντασμα ίσως του δέρματός σου. τελικά, σιγά μην τα ’χεις εσύ τα γάντια. προφανώς δεν έχεις ανάγκη τις τρύπες των γαντιών μου. μάλλον σ’ αρέσει να είσαι αυτάρκης και να περιορίζεσαι στις τρύπες που ανοίγουν στο κορμί σου οι άλλοι -πυροβολώντας. εγώ το ξέρεις πως ποτέ δεν θα σου έκανα κακό. το πιο πιθανό είναι να σου παράπεσαν κάπου, όταν ξαφνικά όρμησες να φύγεις. θα ’ναι τώρα σε κάποια γωνιά του πάρκου -μόνα σαν εμένα- να περιμένουν μήπως τα σηκώσεις και τα ξαναφορέσεις, έστω για μισή ώρα…

Σάββατο, 3 Ιουλίου 2010

γωνία προσπτώσεως (ή τα μαδημένα μάτια της σ)

<το κεφάλι μου ελικόπτερο:
πρόσπτωση στην ανοησία
- κρεμιέμαι από τα χέρια της νύχτας
κι ανακλώμαι σαν ύβρις
στο βρωμερό στόμα μιας πρωτοβάθμιας εξίσωσης.
με σιγοτρώει το ξημέρωμα
το πένθιμο κρύο
η ορθοστασία στο κουτί της υποτέλειας.
υπομονή/ έχω πολλά συντρίμματα ακόμη
να μοιράσω στα βουνά
και το χιλιοφορεμένο ένδυμα της απόγνωσης>