Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2009

Επιστροφή

επιστρέφω στη ίσια γραμμή
εκεί όπου κοχλάζουν τα σπασμένα βλέφαρα
του φεγγαριού
για το αποτύπωμα μιας μπλε φωτογραφίας
στο πρόσωπο όσων έχουν χαθεί.
έχεις ένα σπασμένο κρεββάτι
μόνο για μένα
με λέξεις τσαλακωμένες
πιο πολύ κι απ'το στρεβλωμένο σου σεντόνι
- με τις άκρες των ματιών να λαμπυρίζουν
σαν κάτι που αιωρείται ως θάλασσα
τόσο που με πνίγει
στον ασύδοτο κυνισμό του τέλους -
οι μάσκες ξέρεις δεν κάνουν πάντοτε καλό
/κάποτε οι ρωγμές των βλεμμάτων
αναθαρρίζουν τα πτώματα
που επιπλέουν στον ορίζοντα της λάσπης/
και προσπαθώ να επιπλεύσω σε μιαν επίπληξη
μ' ένα ποτό ξεχειλωμένης σκόνης.
είναι δύσκολο να μεθάς με σκόνη:
σπάνε και τα δικά σου βλέφαρα
σπάνε και τα δικά μου βλέφαρα
εξακολουθητικά - σε κάθε δευτερόλεπτο
συνάφειας που μας διαχωρίζει.
με πνίγει το σεντόνι σου
- όπως ο ήλιος σκοτώνει τον λήθαργο -
και συνεχίζω να θέλω
τη στάχτη να πέφτει μέσα στη σκόνη
να γίνω πηλός
και να με πλάσεις σε κάτι
πιο διαρκές από τον χρόνο
που θα χασμουριέται εντός
και θα νοτίζει_ θα νοτίζει_ θα νοτίζει.
μα επιστρέφω στην ίδια γραμμή - την ίσια
εκεί όπου κοχλάζουν τα σπασμένα βλέφαρα
σε απόσταση x
από τα μπαλωμένα γόνατά μου.

άτιτλο

Έχουμε εγκαταλείψει το κτήριο.
μια ακόμα δυσωδία έχει λάβει τέλος.
χωρίς κουπιά, κουμπιά και αποκούμπια
έχουμε εξουθενωθεί.
μωβ νερό μας κατατρέχει.
οι κύβοι συγκλίνουν επιτακτικά
γύρω απο τους λαιμούς μας
- μέγγενη διασυμπαντική,
θανατηφόρα ερωτική γραβάτα,
πόρνη που δεν δέχεται
να πηδηχτεί με μας -
τέλος. η σειρά μας έχει περάσει
και ούτε που ακούμπησε
τα βεβαρυμένα μας άκρα.
τώρα πια είναι εγγύτερα
η άνοδος στην πτώση.

άτιτλο

με σκοτώνεις ξανά και ξανά
σε όλα τα παράλληλα σύμπαντα
- και κόβονται οι φλέβες μου σαν στάχτη
και με τεμαχίζουν τα φιλιά
καίγομαι σαν όζον και κοιμάμαι
σαν υπόγεια σύναξη συνωμοτών -
περιπλέκομαι στα χέρια σου
σαν μαύρο κλαδί
/δεν μπορείς να ξεφύγεις από τα αγκάθια
και με σπας σε κραυγές δίχως χρόνο/

έμαθα πως πάλι
με γυρεύουν τα ξημερώματα
με ένα άδειο κορμί
κι ένα γεμάτο μυαλό με ενοχές
συνορεύοντας
ο θάνατός μου

Πέμπτη, 3 Σεπτεμβρίου 2009

-

Παρακολουθώντας σε να φωνάζεις, μέσα στη μοίρα
βλέποντας τους κισσούς να αγκαλιάζουν τα βρεγμένα με θλίψη
άκρα σου και - παρασέρνοντας τα κύματα σε κάτι άλλο
από εκτόνωση της θάλασσας - κουλουριάστηκα
σαν φίδι στη σκηνή της απώλειάς σου
/μη τυχόν και με δεις, μη τυχόν και μ' ακούσεις, μη τυχόν
και σου περάσει από το νού να με κόψεις στα δύο.../
ήπια μπόλικο θάνατο από την ήττα μου
-κέρασμα της χτεσινής σου αγάπης, και πόνεσα
όσο πονάει ο ήλιος που δύει-
είδα το σχήμα σου να κάνει έρωτα με τον άνεμο
και να ποτίζει με σπέρμα όλα τα χνώτα της τύρφης
/... και στέναξα σαν πλοίο που μεθάει στη θάλασσα/
νόμιζα, βλέπεις, πως κάποια στιγμή μ'αγαπούσες
ένοιωθα πως ό,τι υπάρχει γύρω
είχε κάποτε μιαν άνοιξη από αλήθεια
ο ιστός που με τύλιξε μετά από καιρό με έμαθε καλά:
όσο πιο πολλά χρόνια τυλίγομαι το ίδιο μου το κορμί
τόσο πιο πολλά και δηλητηριώδη όνειρα θα βλέπω!