Κυριακή, 16 Αυγούστου 2009

Κι αν έχουμε μόνο τον Έρωτα να θεμελιώνει τη ζωή μας - τον χαμένο Έρωτα να απαρτίζει με τις μνήμες του, αυτό που αποκαλούμε ύπαρξη. αν είμαστε μόνο συμπιλήματα θραυσμάτων, σταχτών και κομματιών σκισμένου Έρωτα! αν τη ζωή μας καθορίζουν δυο μάτια, το τεντωμένο δέρμα, το άγγιγμα των δαχτύλων, τα πόδια που στροβιλίζονται μες το μυαλό, η λάμψη των μαλλιών, ένα χαμόγελο, ένα νεύμα αμυδρό, η εικόνα από τα στήθη και τα χείλη που κόκκινα γεύονται το κρασί της σάρκας / αν όλα αυτά αναρριχώνται και μας γεμίζουν ολάκερους / αν τα πάντα υπάρχουν όταν μέσα μας καιγόμαστε από Έρωτα / αν δίχως τον Έρωτα δεν υπάρχει μνήμη / αν δίχως σάρκα άλλη πλεγμένη μαζί με τη δική μας, στο πιο ιερό ρούχο που μπορεί να υφανθεί...αν... ποιος θα μπορούσε και τι να αναπληρώσει, το ανυπέρβλητο κενό που ξεχειλίζει από την απουσία Του; σταματάμε να υπάρχουμε όταν για μας έχει πεθάνει... το τέλος Του είναι το τέλος μας! Οι πληγές στο κορμί μας από τις μάχες Του, απόδειξη ότι ζουμε - κι όταν Εκείνος δεν θα υπάρχει, θα κειτόμαστε νεκροί στο πεδίο της ζωής. το κενό του θα μας έχει ρουφήξει σαν μαύρη τρύπα (σαν κάτι κούφιο και ξερό, δίχως νόημα) ... κι αν έχουμε τον χαμένο Έρωτα και την ελπίδα τού να κερδιθεί, αν τα κύτταρά μας έχουν το χρώμα και την οσμή του, αν τα πάντα είμαστε και τα πάντα Είναι, τότε πώς να επιβιώσουμε με την έλλειψή του; ποτέ, ποτέ δεν αισθάνόμαστε κάτι τόσο δυνατό όσο η έξαψή Του, το καμπανάκι της αφίξεώς Του, η αφή από το γυαλιστερό Του σακάκι, η ηδονή της εμπειρίας Του και η οδύνη του θανάτου Του.

[κι αν έχουμε μόνον Αυτόν ν' αποτελεί τη ζωή μας, με ποιον τρόπο να αντέξουμε την εποχή που πια δεν θα υπάρχει; πώς να ανασαίνουμε σαν θα μας ξερριζώνει το οξυγόνο από τα όργανα το ανυπέρβλητο κενό της έλλειψής του; με ποια κόκκαλα θα χτίζουμε τα κορμιά; με ποια όνειρα θα φουσκώνουμε τις ψυχές; με ποιαν ελπίδα θα ξεγελούμε τον θάνατο; κι αν έχουμε κάποιο νόημα δεμένο εντός μας, πώς γίνεται να το περιφρονούμε αλαζονικά; στ' αλήθεια δεν υπάρχει απάντηση: το δράμα μας τόσο μεγάλο όσο και η ελπίδα για τη γιατρειά του. ο Έρωτας και η μνήμη - ο λόγος που ακόμα η φύση ανθίζει...]

Σάββατο, 8 Αυγούστου 2009

Σημείωμα [6]

Δεν έχεις τίποτε για μένα - πουλιέμαι
δεν ορίζω καμμιά μου κίνηση, κανένα βλέμμα
είμαι εξοπλισμένος με το παράλογο
και λογχίζω τις μαζικές μου αυτοκτονίες
/για μιαν απόλυση
για μιαν απόρριψη
για τον ολότελα δικό μου
παράφρονα
για τον έρωτα που
πάντοτε μου ξεγλυστρούσε/
δεν έχω τίποτε για σένα - αγοράζεσαι
αυτή είναι η ειδοποιός μας διαφορά
η κρυστάλλινη κυψέλη του πυρήνα
που πυροδοτεί τις συνεκδοχικές μας εκρήξεις.
δε λογαριάζω τα μεγέθη των κυκεώνων
μονάχα οι αιώνες με ρουφάνε
σαν ελιξήριο μέθης
σαν καλοκαιρινό κοκταίηλ
με περιεκτικότητα 75% σε αλκοόλ
- δίχως σταματημό και υπεκφυγές -
και μ' έχουν καταστήσει
έναν κίνδυνο πιο οξύ
κι από τον έρωτα που γεννιέται
στη μέση κάποιου νεκροταφείου.
στο λέω: δεν έχεις τίποτε για μένα
πουλιέμαι ευχαρίστως
- μα όχι σε σένα.
ίσως μόνον ο θάνατος
να μπορεί να μ' αγοράσει.

[τι χρειάζεται πια δε γνωρίζω. τα εδάφη μου έχουν κατακτηθεί από τον εχθρό. πρέπει επιτέλους να παραδεχθώ πως είμαι υπόδουλος του ανθρώπου. είμαι υπόδουλος της σηψιμαίας μοίρας του, της βουλιμίας του για υποταγή ή εξουσία, της επιθυμίας τού να παραγκωνίζει και της αρρώστειας τού να παραγκωνίζεται. είμαι υπόδουλος του σκότους που τον ελέγχει και του φωτός που του δίνει ανάσα. είμαι υπόδουλος του θανάτου και της ζωής του, του εγωισμού, της αυταπάρνησης και της αυταρέσκειάς του. τα πάντα έχουν την τιμή τους και τα πάντα πωλούνται, εκτός από την πιο βαθειά ουσία του ανθρώπου /αυτήν που αναφύεται αργά από μέσα του, για να μαλακώνει τις πληγές μετά από κάθε χτύπημα που δέχεται. αυτήν που πάντα ψιθυρίζει στ' αυτί, προτού τα όλα να βυθιστούν στο σκοτάδι/. τι χρειάζεται πια δε γνωρίζω, για να' μαι άνθρωπος... είμαι υπόδουλος μόνο... το ξέρω]