Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2008

Τυχεροί

Εδώ με αφήνεις
Εδώ με πνίγεις
Εδώ με περισυλλέγεις
σαν έμβιο απόρριμμα εκποίησης
Μα ποιον κοροϊδεύω
Η ζωή δεν εκτυλίσσεται βραδέως
Βραχέως εκπίπτει
σε μιαν αναίσχυντη επίλυπη οδύνη
που υφαίνει μάρμαρα χαμού
και ετερόκλητες κραυγές
Πόσο τυχεροί είμαστε
που δεν πεθαίνουμε
μετά από κάθε Θάνατό μας

Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2008

Λιωκέρια


1.

Καλπάζοντα όνειρα τετριμμένα ασθμαίνουσες φλέβες
λήκυθοι σημαινόντων απουσιών από θράκες ερωτευμένων
τα σπάργανα των ιαχών και των ορμών της νιότης
Ίσαλες καμπύλες τα βήματά μας
Περατώσαμε τα πρέπει και τις συνήθειες των πεπραγμένων
Ματώσαμε τις έρημες καρδιές με σύρματα
και με κορμιά γυμνά που ασπαίρουν
μέσα σε ήλιους σκοτεινούς και δάκρυα
Φεγγίτες αλλοπρόσαλλοι στο ημιθανές λυκόφως
Εναργείς πόθοι εφ' ημών αναρριχομένων κολάσεων
Εκτάσεις απροσμέτρητες χοάνες ονείρων
αμφιδανικεύσεις αντιμαχομένων αμφιπολεμίων αντιγνωμίες
Οι προσευχές διαβάσθηκαν όλες στους ναούς
μα δεν εισακούσθηκαν ποτέ
Ασθμαίνουσα η παραγγελιά εκεχειρίας απ' τον στροβιλισμό
Τα μαχαίρια καρφώσαμε στο πάτωμα


2.

Αποδοκίμασαν τις προφητείες απροκάλυπτα
στις χώρες του δύοντος ηλίου
που κατέτασσαν στους στρατούς τους μοναχά δειλούς
Το σάγμα τους ύπουλο άπλωσαν παντού
τα σκουπίδια σπρώξαν κάτω απ' το χαλί
Κι οι μονήρεις σακάτηδες ονειροβάτες
απόκαμαν πια να σκιαγραφούν ολέθρους
εφιάλτες ν' αφηγούνται και ιστορίες για δώρα δαναών
Με τέρατα να χαριεντίζονται τις νύχτες
μεθυσμένοι τους τοιχους να τρυπούνε
κελιά διάτρητα στ' αλήθεια
σε χρονοδίνες να εγκλωβίζονται
και τα αισθήματά τους ν' αποτεφρώνονται
κάτω απ' τα διάπυρα βλέμματα του σήμερα
στο διηνεκές


3.

Ιντερμέδιο άσπιλο και ακανθώδες
Ήμουν ο χρόνος που τσάκιζε τα κόκκαλα
Ήμουν τα κιτρινισμένα φύλλα του βιβλίου της ζωής
Ήμουν ο γέρο-έρωτας νεκρός άταφος
Για σένα μια κλήση αναπάντητη
στο κινητό μονάχα ήμουν


4.

Δε βλέπω γεμάτο ή άδειο το ποτήρι
μόνον ομίχλη βλέπω
Ένα πλέγμα αντιφάσεων
εκτόπισμα υάλου
Ρινίσματα κροτάφων μόνο βλέπω


5.

Μιαν αγάπη
μια κρυστάλλινη οπή
μια μαύρη φλόγα
Τα χέρια μου εσύ
Τα χνώτα σου η ψυχή μου


6.

Εκεί ανάβουν τ' αγιοκέρια
Στου κορμιού σου αποκοιμιέμαι το ανάκλιντρο
Εκεί οι χοάνες διαχέουν το σπέρμα
Μια σου ανάμνηση θολή
στης ψυχής μου ασθμαίνει το νεροχύτη


7.

Τι θα' θελες να φυγω
ή ν' αποσώσω της καρδιάς μου τα σπαράγματα;
Κι αν από το άρωμά σου λούζομαι;
Αν απ' τα μάτια σου απομυζώ το φως
Θα μ' άφηνες να σβήσω
(;)


8.

Το Χάος μάς τρύπησε τα στήθια
Οι ρέπλικες των ηγετών χωλαίνουν
Σε καταγώγια βοερά μας θάψανε να λησμονούμε
Σ' αμέτρητες αγχόνες το μέλλον μας δέσαν


9.

Μ' οπτόπλινθους από σάρκα κι αίμα
κινήσαμε να χτίσουμε το αύριο
απ' τη σκληράδα να προστατευτούμε
του επερχόμενου Χειμώνα
Οι κληρονομιές πια σιωπηρές
όλο ένα ρέμα να μας πνίγει
Κι ας μη φαντάστηκες ποτέ
πως ίσως πια να μην υπάρχει Καλοκαίρι
παρά εναλλαγές θανάτων
υπό τον ίδιο μονότονο σκοπό


10.

Άνθρωπος Όν περίεργον
Δημιούργημα του Χάους
μέσα στο φάος Του χαμένος
Ορισμένος απ' το φόβο
από τα πάθη και τ' άγρια νερά
Εμφορείται απο Χάος
γεννά πλανήτες και κυοφορεί ολέθρους
Τελικά τρίβεται σκόνη
στο Έλεος του δημιουργού




Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2008

Συσσίτιο

Μπήκαμε στη σειρά
Παρατήσαμε τις όποιες απαιτήσεις
Κρατάμε πια ένα τρύπιο φλυτζανάκι
χάλκινο -σχεδόν γεμάτο από κενό-
Περιμένουμε
Υπάρχουν ακόμα κάποιοι
ξεχασμένοι μαυραγορίτες
απ' τους παλιούς πολέμους
με ξεντυμένες πια προθέσεις
δίχως αιδώ για όσα κάνουν
Τους νοιάζει μόνον η σειρά
και η τήρηση του πρωτοκόλλου

Κάποιοι το 'χαμε πει
Αγαπούσαμε πια από συνήθεια
Ενδιαφερόμασταν από μιαν
απροσδιόριστη προσήλωση
στην ολότητα
Είχαμε καταλάβει
οι μερικότητες που είχαμε μπολιαστεί
πώς θα κατέληγαν
Κι οι φιλοσοφίες πια
είχαν μείνει λέξεις κούφιες
με νοήματα κουτσά
Μιαν εκ νέου εποχή μηδενισμού
συντηρούσαμε

Περιμέναμε στη σειρά
Όλο και γέμιζαν οι μπροστινές ουρές
Δεν έχει βλέπετε ηθική
η λυσσασμένη πείνα
για λίγες κουταλιές ζωής
-φοροεισπρακτικα μέτρα τέλος-
-επαιτείες τέλος-
-ίσως λίγα χαμόγελα
να διαδοθούν στις επετείους
των εξεγέρσεων-

Ακόμα στη σειρά
για λίγην αγάπη
έστω από συνήθεια

Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2008

Παρα...ποιώντας

Α.

Ποιώντας τη θλίψη σ' ένα περιβάλλον αδιέξοδο... Εξαρτώντας τα, συχνά ξεσκιμένα σωθικά μας, στα δόντια, τα νύχια του διπλανού μας και τις λυσσασμένες του προθέσεις ... Ενός διπλανού, που μπορεί να είναι κτήνος ευτροφικό, τοξικό, θεμελιωμένο στην άρνηση του Άλλου, στην άρνηση της Ελευθερίας, στην άρνηση της Ύπαρξης. Αφήνοντας το κορμί μας βορά στα χέρια των αγνώστων, των ξεχασμένων, των αρρώστων, των διψασμένων, των σάπιων, των αχόρταγων, των αδίκων, των αγνωμόνων, των καταδικασμένων... Παρατώντας την ίδια μας την ύπαρξη σε σκουριασμένες γωνιές, για αιώνες ολόκληρους να σαπίζει , μην έχοντας προορισμό. Ποιώντας τη θλίψη ψυχή και την ψυχή θλίψη εκπίπτει η Ουσία. Εκείνο το περίεργο υλικό, που μερικές φορές, αντιλαμβανόμαστε να κουρνιάζει μέσα μας φοβισμένο. Και παραιτούμαστε με μιαν απύθμενη ελαφρότητα... αφηνόμαστε στη βύθιση... εισχωρούμε ολοένα στην αυτοακύρωση... Κι όλα αυτά ποιώντας.

Προσπαθούμε να διευρύνουμε τις αισθήσεις... να μεγαλώσουμε την αντίληψη μας για τον κόσμο, για τους άλλους, για μας... Συγκρουόμαστε κάθε τόσο με τη σύνθλιψη όλων όσων υπάρχουν μέσα μας. Αντιλαμβανόμαστε, τρομάζουμε, φοβόμαστε, αντιδρούμε... Πολλές φορές, πάλι, δεν γίνεται τίποτε απ' όλα αυτά και απλά συνθλιβόμαστε κάτω από τις πατούσες των άλλων ή πεθαίνουμε μολυσμένοι από τα χημικά τους όπλα. Όπλα που εξαπολύουν με κάθε ευκαιρία εναντίον μας. Κι άλλες φορές αυτοκτονούμε, μην αντέχοντας τους ίδιους μας τους εαυτούς... Τριβή, θερμότης, συντριβή. Τέρψη, έκλειψη, ποινή. Θανατική εγκύκλιος από τους κατέχοντες τη εξουσία και την έπαρση, να αξιώνουν απο μας τις κεφαλές μας επί πίνακι. Γιατι, όπως λένε, δεν ανέχονται τις σακατεμένες διάνοιες στη γαλαζοαίματή τους κοινωνία ... γιατι φοβούνται πως εμείς θα' μαστε τα πρώτα γρανάζια που θα επαναστατήσουν και θα ξεφύγουν από την καλοκουρδισμένη τους μηχανή... τη μηχανή που πάντα φτιάχνουν από ανθρώπους. Σέρνουν με αλυσίδες τους ανθρώπους στο διάβα που καθόρισαν αυτοί... ατελεύτητα, αδιάκοπα, αταλάντευτα. Χωρίς δισταγμούς και αναθεωρήσεις, δίχως τύψεις ή ντροπή...

Κι εδώ, ποιώντας γι' άλλη μια νύχτα τη θλίψη, εκποιώντας πνοές, ανάσες και μετάνοιες, διαιρώντας ξανά και ξανά το διαιρεμένο εαυτό μας, συμπάσχουμε... Καμμιά εύνοια δε συνετέθη για μας. Καμμιά έννοια δεν μας εμπεριείχε αγνούς, αδόλους, απαλλαγμένους από ιδιοτελή κίνητρα, αφ'εαυτούς. Είμαστε ζωντανοί σ' έναν κόσμο θάνατο, διαβιούμε μετά βίας μέσα στο βρώμικο οχετό των λαθών μας... μετα βίας και μόλις... Ίσως έτσι πρέπει, ίσως έτσι καθορίζει το μυαλό μας, ίσως πάλι κάποιοι να μας έβαλαν στη σειρά, να περπατάμε πάνω σε βήματα πεπατημένα ή κάποτε, καθώς διαχεόμασταν σε κάποιαν άλλη διάσταση, απλά χαθήκαμε. Το αδιέξοδο συνιστά το κύριο συστατικό της πράξης μας. Η θλίψη μάς κάνει να μεθούμε με μιαν άβγαλτη αφέλεια εφήβου. Η σιωπή διαποτίζει τις πέτσες μας κι ο Φόβος μάς χειραγωγεί. Επιδιώκουμε την Έξοδο από την Τυραννία βυθιζόμενοι σ'αυτήν. Ιδρώνοντας, πάντοτε, δίχως τον Έρωτα μένουμε σκυφτοί μπροστά στη ματιά της νύχτας. Απελπισμένοι και αισιόδοξοι συνιστούμε ένα μείγμα ετερόδοξο, εκρηκτικό, αλλόκοτο, αμάλγαμα θλίψης... Κηρύττουμε τον δρόμο του αίματος και της απώλειας για την κατάκτηση μιας άλλης ζωής, ενός άλλου μέλλοντος, μιας Μακαριότητας αναγκαίας. Μας τρυπά τα κόκκαλα αυτή η αναγκαιότητα του Αισθητού για μιαν άλλη Μακαριότητα. Γι' αυτήν που μας λείπει πραγματικά και δεν είναι φάντασμα - προϊόν της λήθης. Γι' αυτήν που η σπασμένη μας ψυχή λαχταράει...